Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Λόγος εγκωμιαστικός του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου στην ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκθρονίστηκε και στάλθηκε εξόριστος στην Κουκουσό, Αραβισσό και Πιτιούντα όλη η Εκκλησία των ορθοδόξων επένθισε. Με δάκρυα έλεγαν τα πλήθη των πιστών και μοναχών: «Συνέφερεν, ίνα ο ήλιος συσταλή ή ίνα το στόμα Ιωάννου σιωπήση».
Έκλαυσε όλη η οικουμένη, διότι έμεινε σαν πλοίο χωρίς κυβερνήτη, σαν ποίμνιο χωρίς ποιμένα· σαν στρατόπεδο χωρίς αρχιστράτηγο και σαν κόσμος σκοτεινός χωρίς ήλιο. Έκλαιαν οι ορφανοί τον πατέρα τους. Θρηνούσαν οι μαθηταί τον διδάσκαλό τους, ωδύρονταν οι πτωχοί τον προστάτη τους. Λυπόνταν οι αμαρτωλοί την ελπίδα τους, οι θλιμμένοι την παρηγοριά τους, οι άρρωστοι την επίσκεψή τους και οι διψασμένοι από λόγο Θεού, διότι στερήθηκαν τα γλυκύτατα και πάγχρυσα λόγια της διδασκαλίας του. Κοινή ήταν η συμφορά, παγκόσμιο το κακό, οικουμενική η δυστυχία.
Ο άγιος Ιννοκέντιος ο Πάπας, γράφοντας για τον Χρυσόστομο προς τον βασιλέα Αρκάδιο, λέγει: Όχι μόνο η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ζημιώθηκε της καλλιρύτου εκείνου γλώσσας, αλλά και όλη η υφήλιος εχήρευσε, απολέσασα τέτοιον ένθεον άνδρα.
Έμεινε στην χηρεία αυτή και απαρηγόρητη λύπη όλη η Εκκλησία του Χριστού τριαντατρία ολόκληρα χρόνια.
Το 440 γίνεται η ανακομιδή και μετακομίζεται από τα Κόμανα του Πόντου στην βασιλεύουσα με τέτοια τιμή, η οποία δεν έγινε ποτέ από του αιώνος σε άλλον, ούτε πατριάρχη, ούτε βασιλέα.
Η του Χριστού Εκκλησία στολισαμένη, υποδέχεται σήμερα από την εξορία το ζωομύριστο και θαυματουργικώτατο σώμα του φωστήρος της Χρυσοστόμου και εορτάζει χαρμόσυνα την ένδοξη ανακομιδή και μετακομιδή και υποδοχή του λειψάνου του διδασκάλου της οικουμένης.
Και αυτό με κάθε δίκαιο, γιατί, πώς δεν έπρεπε να χαρή, σήμερα, όλη η Εκκλησία του Χριστού σε ένα καιρό, όπου βλέπει ότι στο λείψανο του Χρυσοστόμου μεταβλήθηκαν όλοι οι νόμοι της φύσεως και ενεργήθηκαν μόνον οι νόμοι της Χάριτος; Ότι σώμα νεκρόν, όταν θέλη, κινείται, και, όταν θέλη, μένει ακίνητον; Ότι σώμα, ενταφιασμένο πριν 33 χρόνια, ανακομίζεται σώο και αδιάλυτο με την ολοκληρία όλων των μελών και μερών του;… Πώς δεν έπρεπε να χαρή, σήμερα, όταν είδε το σώμα του Χρυσορρήμονος να ευρίσκεται μεν στην γη σε διά­στημα τόσων χρόνων, έπειτα να ανακομίζεται λαμ­πρό και κροκοειδές στο χρώμα; Ευωδέστατο στην οσμή, υπερνικών όλα τα αρώματα της γης; Και έχων όλα τα άλλα ουσιώδη και συστατικά γνωρίσματα της αγιότητας; Πώς δεν έπρεπε να χαρή, όταν είδε το λείψανον του Ιωάννου, να γιατρεύη κουτσούς, να ανορθώνη παραλυτικούς, να φωτίζη τυφλούς;…. Πώς δεν ήταν δίκαιο να χαρή όλος ο κόσμος, βλέποντας ένα νεκρό σώμα να έχη εξουσία κατά των στοιχείων; κατά γης και θαλάσσης και του αέρος; Να σηκώνη άνεμους από την θάλασσα, να σχίζη σε ρήγματα την γη, να κάμνη τα πλοία να κλίνουν από μόνα τους, σαν να ήταν λογικά και έμψυχα, για να τον υποδεχθούν; Και, έπειτα, να τα διευθύνη αυτά σε όποιο τόπο θέλει; Καί για να πω το μεγαλύτερο και θαυμαστότερο, πώς δεν έπρεπε να χαρή σήμερα όλη η Εκκλησία του Χριστού, όταν είδε να ανοίξουν εκείνα τα άψυχα χείλη; Και όταν άκουσε να βγαίνη φωνή ζωντα­νή και έναρθρος από το προ 33 χρόνων νενεκρωμένο στόμα του Χρυσοστόμου; Και να πη «ειρήνη πάσιν;». Όντως «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Σύ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος» (Ψαλμ. 76, 13)….
Λοιπόν πώς έγινε τέχνη χωρίς τον τεχνίτη; Πώς ακολούθησε έργο και αποτέλεσμα χωρίς τον ποιητή; Πώς η λύρα και ο αυλός ήχησαν, χωρίς να τα κρούση ο λυρωδός και ο αυλητής; Και μάλιστα, όταν και ο αυλός και η λύρα ήταν διεφθαρμένα; Θαυμάσια τα έργα σου Κύριε! Η αιτία όλη, η ποιητική αυτού στάθηκε θεία και υπερφυσική! Και ο τεχνίτης του έργου αυτού ήταν αυτό το Πνεύμα το Αγιονί…
Ώστε, αν και το λείψανο του Χρυσοστόμου ήταν κατά φύση νεκρό και ακίνητο και άφωνον, αλλά κατά χάριν ήτο ζωντανόν και δι’ αυτό εκίνησε την γλώσσα του και ελάλησε: «δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι».
Πρέπει σήμερα να ευφρανθούν οι ορθόδοξοι διότι βλέπουν τον αγιώτατον πατριάρχην Πρόκλον και τον ευσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον, πως σηκώνουν με πολλή ευλάβεια το πανσεβάσμιο λείψανο του Χρυσοστόμου και το εμβάζουν μόνοι οι δύο μέσα στο άγιο βήμα και το εναποθέτουν υπό κάτω του θυσιαστηρίου και της αγίας Τραπέζης… Ίδετε θαυμάσια, με τα οποία, ο θαυμαστός Θεός εδόξασε εμεγάλυνε και εθαυμάστωσε το λείψανον του αγίου Χρυσοστόμου;…
Δι’ αυτό, λοιπόν, ας χαρούμε και εμείς πνευματικώς σήμερα. Ας εύφημήσουμε με ύμνους και ωδές πνευματικές τον μέγα Χρυσόστομο! Ας προσκυνήσουμε νοερά το πάνσεπτό του λείψανο για να λάβουμε και την χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία δίδεται και αόρατα ως αόρατη και απεριόριστη….
Με ποιο όνομα ιερό και άγιο να ονομάσουμε τον Χρυσόστομο και να μη αρμόζη σε αυτόν; Να τον ονομάσουμε άγγελο; Και του πρέπει, διότι αυτός έζησε στα αλήθεια μια ζωή ισάγγελη, με χαυμενίες, αγρυπνίες, προσευχές και ασκήσεις υπερφυσικές…
Προ του θανάτου του τρεις ολόκληρους μήνες δεν έφαγε ολότελα ανθρώπινο φαγητό, ως άσαρκος και άυλος μέχρις ότου ετελεύτησε. Βάστασε με μόνην εκείνη την άφθαρτη τροφή, που του έδωσαν και έφαγε οι ιεροί Απόστολοι, καθώς μαρτυρούν όλοι οι συγγραφείς του βίου του….
Να τον ονομάσουμε Απόστολον; Και μάλιστα, διότι αυτός με την πάγχρυση διδασκαλία του εσαγηνευσε πολλά έθνη και τα έφερε στην πίστη του Χριστού. Δι’ αυτό και οι θείοι Απόστολοι εφάνησαν οφθαλμοφανώς εις αυτόν, ως ισαπόστολο, τόσες και τόσες φορές, ο Πέτρος και Ιωάννης δύο φορές…. Ο Παύλος στην Κων/πολι, όταν του ομιλούσε μυστικά στα αυτιά, ερμηνεύοντας τις επιστολές του, και όταν αισθητά τον εφίλησε, ευχαριστώντας αυτόν, αφού τα ερμήνευσε….
Να τον ονομάσουμε Προφήτην; Ναι, και αυτό το όνομα το απέκτησε διά των έργων… Επροφήτευσε στον άγιο Επιφάνιο πως δεν θέλει φθάσει να πάη στον θρόνο του…, αλλά και όταν εξωρίζονταν, περνώντας από την Νίκαια προφήτευσε στον πατέ­ρα του βασιλιά Μαυρίκιου, που ήταν άτεκνος, ότι έχει να γέννηση γιο που μέλλει να γίνη βασιλιάς, πως έχει να αμαρτήση, πλήν θέλει πάλιν μετανοήσει και θέλει αξιωθεί της σωτηρίας, καθώς έτσι και τα πράγματα ακολούθησαν.
Να τον ονομάσουμε μάρτυρα; Ναι και του αρμόζει, επειδή εκτός από τις ασθένειες της υδρωπικίας, των πυρετών και της παντοτινής στομαχαλγίας, που έπασχε ο Τρισμακάριστος, έλαβε και πολλά βάσανα και μαρτύρια στις εξορίες του….
Διά αυτό και στον καιρό του θανάτου του, ήλθαν οι άγιοι μάρτυρες Βασιλίσκος ο ιερομάρτυς και Λουκιανός και τον προσκάλεσαν, για να έλθη στα ουράνια να συγκατοική με αυτούς ως συναθλητής.
Να τον ονομάσουμε Ιεράρχη και διδάσκαλο της Εκκλησίας; Ναι, βεβαιότατα! Θέλετε να το καταλάβετε; Ακούσατε την φοβερή οπτασία που είδε ο επίσκοπος της Αραβισσού Αδελφειός.
Αυτός έχοντας πολλή αγάπη να μάθη για τον άγιο Χρυσόστομο ποια δόξα αξιώθηκε να λάβη από τον Θεό στους ουρανούς, και παρακαλώντας συχνά γι’ αυτό τον Κύριο ήλθε σε έκσταση και είδε ένα ωραιότατο άνδρα που του έδειξε σε τόπο λαμπρό όλους τους πατέρες και διδασκάλους· αλλά δεν είδε ανάμεσά τους τον Ιωάννη! Και λυπήθηκε κατάκαρδα. Τότε άκουσε φωνή αγγέλου που του είπε: « Ιωάννην τον της μετανοίας λέγεις; Άνθρωπος, που είναι με σώμα, εκείνον να δει δεν μπορεί! διότι παρίσταται εκεί, όπου ο θρόνος ο Δεσποτικός». Την ίδια οπτασία είδε και ο άγιος Μάρκος ο ασκητής.
Να τον ονομάσουμε ρήτορα και εξηγητή των Θείων Γραφών;… Ο ρήτορας Λιβάνιος μπροστά στον Ιουλιανό τον παραβάτη, καίτοι εχθρός της πίστεως, εκήρυξε ότι ο Ιωάννης υπερβαίνει στην ρητορική και την σοφία και τον Δημοσθένη, και τον Πλάτωνα.
Στην εξήγηση πάλι των Γραφών υπερέβαινε και αυτόν τον μέγα Θεολόγον Γρηγόριον. Ο βασιλεύς Θεοδόσιος ο μέγας, παρεκάλεσε τον Γρηγόριο τον Θεολόγο να εξηγήση το ιερό Ευαγγέλιο, και το επεχείρησε. Παρακαλώντας τον Θεό να τον πληροφορήση αν η εξήγηση του είναι ορθή, άκουσε από τον Θεό την εξής φωνή: «Ούτε σε σένα, ούτε σε κάποιον άλλο το χάρισμα αυτό έχει δοθεί παρά στον Ιωάννη της Αντιοχείας». Ο δε άγιος Πρόκλος ο Πατριάρχης, έλεγε: «Έτσι είμαι εγώ προς τον μακάριο Ιωάννη, όπως ακριβώς πηγή προς θάλασσα και ρυάκι προς ποταμό».
Γι’ αυτό και σε κάθε διδαχή που έκαμνε ο Άγιος, οι άνθρωποι που άκουγαν, μη υποφέροντας την χαρά, κτυπούσαν πολλές φορές, κάτω από τον άμβωνα, όλοι με συμφωνία τα χέρια τους.
Σε ένα μόνο καιρό, που γινόταν λιτανεία στην Κων/πολη, εκ του προχείρου έκαμε 18 λόγους στο δρόμο το πάγχρυσο εκείνο στόμα! Τόση ευκολία είχε στο να ομιλή.
Να ονομάσουμε τον Χρυσόστομο φίλο γνήσιο της Θεοτόκου; Ναι, και αυτό το αξιώθηκε! Ευρισκόμενος ο Άγιος για την ασθένειά του έξω από την Κων/λη, εκεί που προσευχόταν κατά το μεσονύκτιο, είδε ξύπνιος την Κυρία Θεοτόκο, η οποία ήλθε προς αυτόν με άπειρο φως και έχοντας τριγύρω της πλήθος από άνδρες και γυναίκες του είπε αυτά με φωνή χαριέστατη: «Ιωάννη, του εμού θεράπων Υιού και Θεού, καλά αγωνίστηκες τον αγώνα της α­σκήσεως, καλά εποίμανας το λογικόν ποίμνιον, αλλά ανδρίζου ακόμη και κραταιού. Διότι ιδού και μαρτυρικός σε αναμένει δρόμος και αθλητικό σε περιμένει στάδιο διά ποικίλων πόνων και πειρασμών, για να καταστή φανερή η δοκιμασία σου και στη γη και τον ουρανό…. Ας αγαλλιασθή λοιπόν και ας χαρή το πνεύμα σου, διότι σε έχει αποταμιευθεί και χαρά στους ουρανούς, ανάλογα με τις θλίψεις σου».
Επίσης και η θαυμαστή οπτασία που είδε ο άγιος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας.
Ο θειος του πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος είχε εχθρόν τον άγιο Χρυσόστομο…
Βλέπει μία φορά σε όραμα την Κυρία Θεοτόκο, μαζί και τον άγιο Χρυσόστομο, να συνομιλούν μεταξύ τους σε ένα πάμφωτο και ωραιότατο τόπο. Βλέποντας τους, όμως, επιθυμούσε και εζητούσε να πάη κοντά και αυτός αλλά ο θείος Χρυσόστομος τον επιτιμούσε και τον εμπόδιζε. Τότε, ακούει φωνή από την Θεοτόκο, που έλεγε προς τον Χρυσόστομο αυτά: Συγχώρησε τον χάριν εμού (για χάρι δική μου), διότι πολλά επάσχισε, εκοπίασε για εμένα, καταντροπιάσας τον υβριστή Νεστόριο, και εμένα Θεοτόκο με ανακήρυξε. Από άγνοια την άσχημη για σένα υπόληψη – γνώμη εσχημάτισε και θα φανέρωση αυτήν, που απέκτησε με επίγνωση.
Μετά από αυτό το όραμα ο άγιος Κύριλλος, έγινε μεγάλος φίλος του Χρυσοστόμου, επαινώντας αυτόν και συνέγραψε πρόχειρα και τον βίον Του.
Τι άλλο θέλετε να ονομάσουμε τον Χρυσόστομο; Θαυματουργόν; Ναι διότι τόσο πλούσια του εδόθη το χάρισμα των θαυμάτων, ώστε όλοι τον επωνόμιζαν «Ιωάννην τον θαυματουργόν».
Να τον ονομάσουμε ελεήμονα; Και βέβαια, για την υπερβολική του ευσπλαγχνία προς τους πτω­χούς τον ωνόμαζαν όλοι «Ιωάννης ο της ελεημο­σύνης».
Να τον ονομάσουμε κήρυκα της μετανοίας; Και ποιος μπορεί να το αρνηθή! Τέτοια δύναμη είχε ο λόγος του στο να τραβά τους αμαρτωλούς σε μετά­νοια, ώστε έφθανε μόνο να ακούση κάποιος την δι­δαχή του για να μετανοήση και αλλάξη ζωή!…. Δί­καια λοιπόν από όλους ωνομαζόταν «Ιωάννης ο της μετανοίας»….
Αδελφοί, μας λέγει ο άγιος Νικόδημος, οι εορ­τές των αγίων δεν γίνονται για άλλο λόγο παρά για να συναχθούν σε αυτές οι Χριστιανοί, να ακούσουν τα κατορθώματα των Αγίων που εορτάζουν και να τα μιμηθούν και αυτοί, όσο τους είναι δυνατόν, και έτσι να λάβουν στην ψυχή τους ευλάβεια και στην ζωή τους διόρθωση και ακρίβεια. Έτσι μάς διδά­σκει η πάγχρυση γλώσσα του Χρυσοστόμου: «Ε­ορτή είναι επίδειξις έργων αγαθών, ψυχής ευλά­βεια, πολιτείας ακρίβεια».
Και εμείς ας μιμηθούμε, κατά το δυνατόν μας, και τα έργα του Χρυσοστόμου και ας ακούσουμε τις χρυσές διδασκαλίες που μάς κάμνει. Ας μετανοούμε κάθε μέρα στον Θεό για τα σφάλματα που κά­νουμε με το έργο, με το λόγο και με τον λογισμό, και ας πάρουμε σταθερή απόφαση, για να μη πράξουμε ξανά την αμαρτία, επειδή αυτή είναι η αλη­θινή μετάνοια. Έτσι μάς διδάσκει ο Χρυσόστομος: «Είναι δε μετάνοια το να μη κάνης τα ίδια…, πρέπει λοιπόν να απομακρύνεσαι και στην πράξη και στην γνώμη που αποτολμήθηκαν…. Παραδείγματος χά­ρη: άρπαξες και πλεονέκτησες; Απομακρύνσου από την αρπαγή και βάλε στο τραύμα ελεημοσύνη. Πόρνευσες; Απομακρύνσου από την πορνεία και βάλε στο έλκος αγνεία. Κακολόγησες τον αδελφό και έβλαψες; Σταμάτησε κατηγορώντας, και βάλε σωφροσύνη……
Ας έχουμε υπομονή σε όλες τις θλίψεις που μάς έρχονται είτε από τους δαίμονες, είτε από τους ανθρώπους είτε και από φυσική ασθένεια του σώ­ματος, και ας ευχαριστούμε πάντοτε τον Θεό σε ό­σα μάς ακολουθούν είτε καλά, είτε κακά. Διότι και ο άγιος Χρυσόστομος υπέμεινε μετά χαράς τις εξο­ρίες, τις οποίες του έκαμαν, και σε όλα ευχαριστού­σε τον Θεό, συνηθίζοντας να λέγη πάντοτε αυτό το αξιομνημόνευτο λόγιο: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένε­κεν» ου γαρ παύσομαι τούτο επιλέγων αεί επί πάσί μοι τοις συμβαίνουσιν». Και αυτόν τον λόγο αφού είπε τελευταίο, παρέδωσε την αγία του ψυχή.
Ας αγωνιζόμαστε να είμαστε παρθένοι και σώ­φρονες όχι μόνο κατά το σώμα, αλλά και κατά την ψυχή, μη αφήνοντες το νου μας να γλυκαίνεται στους αισχρούς και σαρκικούς λογισμούς… Διότι πολλές φορές παρθενεύει κάποιος με το σώμα, αλ­λά με την ψυχή και τους λογισμούς πορνεύει και μοιχεύει….
Ας μισήσουμε από καρδιάς την φιλαργυρία και ασπλαγχνία, διότι αυτή κάμνει εκείνους που είναι υποδουλομένοι σε αυτήν, ούτε να βλέπουν, ούτε να ακούν ούτε συνείδηση να έχουν, ούτε την σωτηρία τους να ζητούν….
Ας μισήσουμε την υπερηφάνεια και ας έχουμε την ταπείνωση στην ψυχή μας, διότι χωρίς την τα­πείνωση είναι αδύνατον να σωθούμε, κατά τον Χρυσόστομον, λέγοντα: «Τίποτε δεν είναι ίσον με την ταπεινοφροσύνη…., διότι δεν είναι δυνατόν να σωθή κάποιος χωρίς της ταπεινοφροσύνης».
Και επάνω σε όλα, ας σπουδάσουμε να έχουμε την αγάπη προς τους αδελφούς μας, διότι η αγάπη είναι το κεφάλαιο όλων των αγαθών! Χωρίς την α­γάπη όλες οι αρετές είναι μάταιες….
Πρόσδεξαι, σε παρακαλούμε, το παρόν ευτελές εγκώμιον, όπως προσεδέχθη ο Κύριος της χήρας τα δύο λεπτά… Και εις μεν την παρούσα ζωή φύλαττε μας από κάθε βλάβη των ορατών και αορά­των εχθρών, εις δε την μέλλουσα αξίωσέ μας της ουρανίου βασιλείας διά των πρεσβειών σου, με την Χάρι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εις τον Ο­ποίον υπάρχει η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Ενοριακό Περιοδικό "πρωτοΔΙΑΚΟΝΟΣ"


Με τη χάρη του Θεού απο το μήν Φεβρουάριο του 2012 η ενορία μας θα έχει το δικό της περιοδικό με την ονομασία πρωτοΔΙΑΚΟΝΟΣ. Αναρτούμε το 1ο τεύχος.

ΚΑΛΗ ΜΑΣ ΑΡΧΗ !




Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Αποστολή Τροφίμων σε πτωχούς ενορίτες για το νέο έτος 2012


Στὶς 3 Ἰανουαρίου 2012, τὸ φιλόπτωχο Ταμεῖο τῆς Ἐνορίας μας ἀπέστειλε γιὰ δεύτερη φορὰ τρόφιμα σὲ 15 οἰκογένειες τῆς περιοχῆς μας, πρὸς ἀνακούφισή τους.







Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Μεγάλος Αγιασμός (Αλήθεια και πλάνες)

Η Βάπτισις του Κυρίου

Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α ὅ­τι ὅ­που ὑ­πάρ­χει πνευ­μα­τι­κή ὠ­φέ­λει­α, ἐ­κεῖ πολ­λές φο­ρές ἐ­πι­κρα­τεῖ συ­σκό­τι­ση καί κυ­κλο­φο­ροῦν δι­α­φο­ρε­τι­κές ἐ­ξη­γή­σεις καί ἀν­τι­λή­ψεις ο ὁ­ποῖ­ες δυ­σκο­λεύ­ουν τούς Χρι­στι­α­νούς νά ἐ­πω­φε­λη­θοῦν ὅ­σο πρέ­πει καί ται­ρι­ά­ζει τίς ἁ­γι­α­στι­κές πρά­ξεις τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας.
Γι’ αὐ­τό θε­ω­ροῦ­με σκό­πι­μο ἀ­πό τίς στῆ­λες το μι­κροῦ αὐ­τοῦ ἐ­νο­ρι­α­κοῦ ἐν­τύ­που νά δοῦ­με μέ συν­το­μί­α τήν πε­ρί­πτω­ση το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ, ὅ­πως μς τήν δι­α­σώ­ζει γρα­πτή πα­ρά­δο­ση τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας.
Καί πρῶ­τα – πρῶ­τα· Τί εἶ­ναι Α­γι­α­σμός;
Γρά­φει κα­θη­γη­τής το Πα­νε­πι­στη­μί­ου ᾿Α­θη­νῶν κ. Εὐ­άγ­γε­λος Θε­ο­δώ­ρου στό πε­ρι­ο­δι­κό «᾿Ε­φη­μέ­ρι­ος» το ἔ­τους 1965, σελ. 10 κ..· «Α­γι­α­σμός τν ὑ­δά­των εἶ­ναι τε­λε­τουρ­γι­κή πρᾶ­ξις, δι­ά τς ὁ­ποί­ας ὕ­δωρ κα­θα­γι­ά­ζε­ται δι’ ὡ­ρι­σμέ­νων εὐ­χῶν καί ἐ­πι­κλή­σε­ως τς ἐ­πι­φοι­τή­σε­ως το Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ς καί δι­ά σταυ­ρο­ει­δοῦς εὐ­λο­γί­ας καί ἐμ­βα­πτί­σε­ως το Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ. Η τε­λε­τή αὕ­τη λέ­γε­ται «Α­γι­α­σμός» ἀ­κρι­βῶς δι­ό­τι δι­ά το ηὐ­λο­γη­μέ­νου ὕ­δα­τος καί «τς τού­του με­τα­λή­ψε­ώς τε και ραν­τι­σμοῦ» πι­στεύ­ο­μεν, ὅ­τι ἁ­γι­α­ζό­με­θα καί κα­θα­ρι­ζό­με­θα τν ἁ­μαρ­τι­ῶν. Δι­ά τοῦ­το «δε­ό­με­θα το Θε­οῦ», ὅ­πως τό ἀ­γι­α­ζό­με­νον ὕ­δωρ γέ­νη­ται ἰ­α­μα­τι­κόν ψυ­χῶν καί σω­μά­των καί πά­σης ἀν­τι­κει­μέ­νης δυ­νά­με­ως ἀ­πο­τρε­πτι­κόν
Η χρη­σι­μο­ποί­η­ση ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ συ­ναν­τᾶ­ται σέ πο­λύ πα­λαι­ούς χρό­νους τς ζω­ῆς τν χρι­στι­α­νῶν.
᾿Α­πό ἀρ­χαί­ους ἐκ­κλη­σι­α­στι­κούς ἱ­στο­ρι­κούς, ὅ­πως εἶ­ναι ᾿Ε­πι­φά­νι­ος, Θε­ο­δώ­ρη­τος κ.., ἀ­να­φέ­ρον­ται θαύ­μα­τα πού ἔ­γι­ναν μέ τό ραν­τι­σμό ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ, πού ἁ­γι­ά­στη­κε μό­νο μέ τή σφρά­γι­ση δι­ά το τύ­που το Σταυ­ροῦ καί τς ἐ­πί­κλη­σης το Αγ. Πνεύ­μα­τος.
Ο κα­θη­γη­τής Παν. Τρεμ­πέ­λας, στόν Α´ τό­μο τς Θρη­σκευ­τι­κῆς καί Χρι­στι­α­νι­κῆς ᾿Εγ­κυ­κλο­παί­δει­ας (᾿Α­θῆ­ναι 1936, σελ. 136) γρά­φει σχε­τι­κά· «Η χρῆ­σις ὕ­δα­τος ἐ­πί σκο­ποῦ ἰ­ά­σε­ως ἀ­σθε­νῶν ἤ κα­θα­γι­α­σμοῦ τό­πων βε­βη­λω­μέ­νων δι­ά τς ν αὐ­τοῖς ἀ­νε­γέρ­σε­ως εἰ­δω­λεί­ων βω­μῶν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν, το ὁ­ποί­ου ὅ­μως ὁ ἁ­γι­α­σμός ἐ­γί­νε­το οὐ­χί δι’ ἰ­δι­αι­τέ­ρας τι­νός ἀ­κο­λου­θί­ας, ἀλ­λά μό­νον δι­ά τς ἁ­πλῆς σφρα­γί­σε­ως αὐ­τοῦ δι­ά το τύ­που το Σταυ­ροῦ, ἀ­νά­γε­ται ες χρό­νους πα­λαι­ο­τά­τους».
Ετ­σι πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι τό ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πό τήν ᾿Εκ­κλη­σί­α σέ πο­λύ πα­λαι­ούς χρό­νους καί μέ τήν πά­ρο­δο το χρό­νου δι­α­μορ­φώ­θη­καν ο ἰ­δι­αί­τε­ρες ἀ­κο­λου­θί­ες πού ἔ­χου­με μέ­χρι σή­με­ρα.
Ο ἀ­κο­λου­θί­ες τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας πού «κα­θα­γι­ά­ζουν τά ὕ­δα­τα» εἶ­ναι τρες· Τό Βά­πτι­σμα, Με­γά­λος Α­γι­α­σμός καί Μι­κρός.
Μαρ­τυ­ρί­α γι­ά τό Με­γά­λο Α­γι­α­σμό μς δί­νει Α­γι­ος ᾿Ι­ω­άν­νης Χρυ­σό­στο­μος πού σέ μι­ά ὁ­μι­λί­α του, πού ἔ­κα­νε στό ἅ­γι­ο Βά­πτι­σμα το Κυ­ρί­ου, κά­νει λό­γο καί γι­ά τούς πι­στούς τς ἐ­πο­χῆς του, πού εἶ­χαν τή συ­νή­θει­α νά κρα­τοῦν καί νά φυ­λά­γουν τό Με­γά­λο Α­γι­α­σμό στά σπί­τι­α τους. Ο κα­θη­γη­τής το Πα­νε­πι­στη­μί­ου κ. ᾿Ι­ω­άν­νης Φουν­τού­λης γρά­φει σχε­τι­κά στήν ὑ­π’ ἀ­ριθμ. 79 ἀ­πάν­τη­σή του στό βι­βλί­ο του (᾿Α­παν­τή­σεις ες Λει­τουρ­γι­κάς ἀ­πο­ρί­ας, σελ. 142-143)· «Ο ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος στό λό­γο του ὁ­μι­λεῖ γι­ά τή συ­νή­θει­α τν πι­στῶν νά ἀν­τλοῦν ἀ­πό τό ἁ­γι­α­ζό­με­νο κα­τά τήν ἑ­ορ­τή αὐ­τή νε­ρό καί νά τό δι­α­τη­ροῦν στά σπί­τι­α των κα­θ’ ὅ­λη τή δι­άρ­κει­α το ἔ­τους καί ἐ­πί δύ­ο καί τρί­α ἀ­κό­μη ἔ­τη. ᾿Α­σφα­λῶς σκο­πός τους ἦ­ταν νά πί­νουν ἀ­πό αὐ­τό νά χρί­ων­ται καί νά ἁ­γι­ά­ζων­ται ἄν κα­τά τή δι­άρ­κει­α το ἔ­τους εὑ­ρί­σκον­το σέ ψυ­χι­κή σέ σω­μα­τι­κή ἀ­νάγ­κη».
Η ἀ­κο­λου­θί­α το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ ἐ­κτός ἀ­πό τά εἰ­ρη­νι­κά της, πού πε­ρι­έ­χουν σχε­τι­κές αἰ­τή­σεις μέ τή θε­ρα­πεί­α τν ψυ­χι­κῶν καί τν σω­μα­τι­κῶν ἀ­σθε­νει­ῶν τν πι­στῶν ὅ­πως εἶ­ναι· «Υ­πέρ το γε­νέ­σθαι τό ὕ­δωρ τοῦ­το… ες ἴ­α­σιν ψυ­χῆς καί σώ­μα­τος… καί ὑ­πέρ το γε­νέ­σθαι αὐ­τό πρός κα­θα­ρι­σμόν ψυ­χῶν καί σω­μά­των…­», ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στή δι­α­τή­ρη­σή του ς ἰ­α­τρεῖ­ον πα­θῶν· «Αὐ­τός, ον, φι­λάν­θρω­πε βα­σι­λεῦ, πά­ρε­σο καί νν δι­ά τς ἐ­πι­φοι­τή­σε­ως το Α­γί­ου σου Πνεύ­μα­τος, καί ἁ­γί­α­σον τό ὕ­δωρ τοῦ­το καί δός αὐ­τῷ τήν χά­ριν τς ἀ­πο­λυ­τρώ­σε­ως, τήν εὐ­λο­γί­αν το ᾿Ι­ορ­δά­νου. Ποί­η­σον αὐ­τό ἀ­φθαρ­σί­ας πη­γήν, ἁ­γι­α­σμοῦ δῶ­ρον, ἁ­μαρ­τη­μά­των λυ­τή­ρι­ον, νο­ση­μά­των ἀ­λε­ξι­τή­ρι­ον, δαί­μο­σιν ὀ­λέ­θρι­ον, τας ἐ­ναν­τί­αις δυ­νά­με­σιν ἀ­πρό­σι­τον, ἀγ­γε­λι­κῆς ἰ­σχύ­ος πε­πλη­ρω­μέ­νον. Ι­να πάν­τες ο ἀ­ρυ­ό­με­νοι καί με­τα­λαμ­βά­νον­τες ‘‘ἔ­χοι­εν αὐ­τό πρός κα­θα­ρι­σμόν ψυ­χῶν τε καί σω­μά­τω­ν’’ πρός ἰ­α­τρεί­αν πα­θῶν, πρός ἁ­γι­α­σμόν οἴ­κων, πρός πᾶ­σαν ὠ­φέ­λει­αν, ἐ­πι­τή­δει­ον…­».
Η ἀ­κο­λου­θί­α το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ τν Θε­ο­φα­νί­ων ἐ­πε­κρά­τη­σε σχε­δόν ἀ­πό τόν Ε´ αἰ­ῶ­να νά γί­νε­ται δύ­ο φο­ρές. Τήν πα­ρα­μο­νή τς ἑ­ορ­τῆς με­τά τό τέ­λος τς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας το με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου καί τήν ἡ­μέ­ρα τς ἑ­ορ­τῆς με­τά τήν ἀ­πό­λυ­ση το ὄρ­θρου, σύμ­φω­να μέ τά μυ­στη­ρι­α­κά τυ­πι­κά με­τά τό τέ­λος τς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας κα­τά τήν ἐ­νο­ρι­α­κή πρά­ξη τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας σή­με­ρα.
᾿Αρ­χι­κά Με­γά­λος Α­γι­α­σμός γι­νό­ταν σέ ἀ­νά­μνη­ση το Βα­πτί­σμα­τος το Κυ­ρί­ου στή δι­άρ­κει­α τς με­γά­λης παν­νυ­χί­δας (ὁ­λο­νυ­κτί­ας) τς ἑ­ορ­τῆς τν Θε­ο­φα­νί­ων. Με­τά ἀ­πό τήν ἀ­κο­λου­θί­α το Ορ­θρου ἐ­τε­λεῖ­το ἡ ἀ­κο­λου­θί­α το Α­γι­α­σμοῦ καί ο πι­στοί «ἀν­τλοῦ­σαν» ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό, ἔ­πι­ναν καί «ἐρ­ραν­τί­ζον­το» καί ἔ­πει­τα, σ’­αὐ­τό τό νε­ρό, τό ἁ­γι­α­σμέ­νο μέ τίς εὐ­χές τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας, ἐ­βα­πτί­ζον­το ο κα­τη­χού­με­νοι. Στή λει­τουρ­γί­α πού ἀ­κο­λου­θοῦ­σε στή συ­νέ­χει­α, ἦ­σαν καί ο νε­ο­φώ­τι­στοι, πού γι­ά πρώ­τη φο­ρά ἔ­παιρ­ναν μέ­ρος, γι’ αὐ­τό καί μέ­χρι σή­με­ρα ψάλ­λε­ται σ’ αὐ­τή ἀν­τί το τρι­σα­γί­ου ὕ­μνου, τό «Ο­σοι ες Χρι­στόν ἐ­βα­πτί­σθη­τε…­».
Στήν οὐ­σί­α, Με­γά­λος Α­γι­α­σμός ξε­κί­νη­σε ἀ­πό τό εὐ­λο­γη­μέ­νο νε­ρό το ἱ­ε­ροῦ Βα­πτί­σμα­τος. Καί αὐ­τό φαί­νε­ται κα­θα­ρά ἀ­πό τή σύγ­κρι­ση καί ὁ­μοι­ό­τη­τα πού πα­ρου­σι­ά­ζουν ο δύ­ο ἀ­κο­λου­θί­ες, το Βα­πτί­σμα­τος καί το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ, μέ­χρι σή­με­ρα.
 Ο ἱ­ε­ρός Αὐ­γου­στῖ­νος ση­μει­ώ­νει ὅ­τι στίς ἡ­μέ­ρες του, γο­νεῖς ἔ­φερ­ναν τά παι­δι­ά τους νά τά βα­πτί­σουν ὄ­χι γι­ά νά λά­βουν τά πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα το ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ το Βα­πτί­σμα­τος, ἀλ­λά γι­ά νά ἐ­πω­φε­λη­θοῦν ἀ­πό τίς «ἰ­α­μα­τι­κές ἰ­δι­ό­τη­τες» πού εἶ­χε τό εὐ­λο­γη­μέ­νο νε­ρό καί νά γί­νουν κα­λά ἀ­πό τίς δι­ά­φο­ρες σω­μα­τι­κές τους ἀ­σθέ­νει­ες. Σέ μι­ά του ἐ­πι­στο­λή, ἴ­δι­ος πα­τήρ, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι δύ­ο πρό­σω­πα κα­τά τήν ὥ­ρα το Βα­πτί­σμα­τος ἔ­γι­ναν κα­λά ἀ­πό ἀ­νί­α­τες ἀρ­ρώ­στει­ες. (Βλέ­πε καί Θρη­σκευ­τι­κή καί ᾿Η­θι­κή ᾿Εγ­κυ­κλο­παί­δει­α, τό­μος Α´ σελ. 225).
Ετ­σι πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι πο­λύ γρή­γο­ρα σχη­μα­τί­σθη­κε πε­ποί­θη­ση στούς πι­στούς χρι­στι­α­νούς ὅ­τι τό ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό το Βα­πτί­σμα­τος ἦ­ταν χρή­σι­μο καί γι­ά τούς βα­πτι­σμέ­νους πι­στούς προ­κει­μέ­νου νά τό ἔ­χουν σάν φάρ­μα­κο στά σπί­τι­α τους, γι­ά με­τά­λη­ψη καί ραν­τι­σμό.
Γι­ά λό­γους πρα­κτι­κούς καί γι­ά νά μήν ἐμ­πο­δί­ζον­ται ο λει­τουρ­γοί ἱ­ε­ρεῖς στό βά­πτι­σμα τν πολ­λῶν κα­τη­χου­μέ­νων ἀ­πό τήν προ­σέ­λευ­ση τν πι­στῶν πρός ἄν­τλη­ση ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ, κα­θι­ε­ρώ­θη­κε τε­λε­τή τς ἀ­κο­λου­θί­ας το Α­γι­α­σμοῦ νά γί­νε­ται δύ­ο φο­ρές. Τήν πα­ρα­μο­νή στήν παν­νυ­χί­δα καί τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα τς Ε­ορ­τῆς.
Με­τά τήν ἐ­πι­κρά­τη­ση το νη­πι­ο­βα­πτι­σμοῦ (ΣΤ´ αἰ­ώ­νας) καί τήν τέ­λε­ση το Βα­πτί­σμα­τος σέ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἡ­μέ­ρα το ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ χρό­νου, Με­γά­λος Α­γι­α­σμός ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά γί­νε­ται δύ­ο φο­ρές μέ­χρι τίς ἡ­μέ­ρες μας, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά το ἑ­νός ῾Α­γι­α­σμοῦ τς πα­ρα­μο­νῆς καί το ἄλ­λου τς ἑ­ορ­τῆς, 5 καί 6 ᾿Ι­α­νου­α­ρί­ου.
Η ἀ­κο­λου­θί­α το με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ εἶ­ναι μί­α καί αὐ­τή, εἴ­τε τε­λεῖ­ται τήν πα­ρα­μο­νή, εἴ­τε τήν ἡ­μέ­ρα τς ἑ­ορ­τῆς τν Θε­ο­φα­νί­ων.
Ο κα­θη­γη­τής ᾿Ι. Φουν­τού­λης, ση­μει­ώ­νει στήν ὑ­π’ ἀ­ριθμ. 208 ἀ­πάν­τη­σή του· «Καί ὅ­πως ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α εἶ­ναι μί­α καί αὐ­τή εἴ­τε τε­λεῖ­ται τό Πά­σχα, τά Χρι­στού­γεν­να, τήν Κυ­ρι­α­κή, ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα το ἔ­τους καί κοι­νω­νῶν κοι­νω­νεῖ πάν­το­τε Σῶ­μα καί Αἷ­μα Χρι­στοῦ, ἔτ­σι καί στήν ἀ­κο­λου­θί­α το με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ με­τα­βάλ­λε­ται δι­ά τς ἐ­πι­φοι­τή­σε­ως το Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος τό εὐ­λο­γού­με­νο ὕ­δωρ σέ Μέ­γαν Α­γι­α­σμό, σέ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πό τίς δύ­ο ἡ­μέ­ρες τε­λε­σθεῖ ἀ­κο­λου­θί­α. Η δι­πλή τέ­λε­σις τς ἀ­κο­λου­θί­ας προ­ῆλ­θε ἀ­πό κα­θα­ρῶς πρα­κτι­κούς λό­γους, γι­ά τήν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση τν πι­στῶν».
Πολ­λοί κα­τά δι­α­στή­μα­τα προ­σπά­θη­σαν νά δώ­σουν δι­ά­φο­ρες ἐ­ξη­γή­σεις καί συμ­βο­λι­σμούς στίς δύ­ο ἀ­κο­λου­θί­ες καί ἴ­σως ἀ­π’ αὐ­τό νά προ­ῆλ­θε σύγ­χυ­ση πού ἐ­πι­κρα­τεῖ σή­με­ρα καί θέ­λει νά ξε­χω­ρί­σει τόν ἕ­ναν ῾Α­γι­α­σμό ἀ­πό τόν ἄλ­λο.
Ο ἴ­δι­ος κα­θη­γη­τής γρά­φει στή συ­νέ­χει­α τήν ἀ­πάν­τη­ση: «…Καί Καμ­πα­νί­ας Θε­ό­φι­λος στό “Τα­μεῖ­ον ᾿Ορ­θο­δο­ξί­ας” προ­σπα­θεῖ νά δώ­σει μί­α ἑρ­μη­νεί­α στήν δι­πλή τέ­λε­σι· αὐ­τός ἐ­πι­κα­λεῖ­ται πρα­κτι­κούς λό­γους, τό “Φώ­τι­σμα” δη­λα­δή τν “οἴ­κων, χώ­ρων, μαν­δρῶν καί παν­τός ἐ­κτός καί ἐν­τός οἰ­κή­μα­τος ἀν­θρώ­πων καί θρεμ­μά­των”, πού ἐ­γέ­νε­το ἀ­πό τούς ἱ­ε­ρεῖς κα­τά τήν πα­ρα­μο­νή “ν γάρ τ τν Θε­ο­φα­νί­ων, ἡ­μέ­ρᾳ δε­σπο­τι­κῇ, ο πρέ­πον τούς ἱ­ε­ρεῖς πε­ρι­ά­γειν καί τούς ἄλ­λους ἐ­νο­χλεῖν». Οὔ­τε κν περ­νᾶ σκέ­ψις σ’ ὅ­λους τούς ἀ­νω­τέ­ρω, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κα­μί­α δι­α­φο­ρά με­τα­ξύ τς μι­ᾶς καί τς ἄλ­λης ἁ­γι­ά­σε­ως το ὕ­δα­τος
Ο­σο γι­ά τήν ἑρ­μη­νεί­α το Πα­ϊ­σί­ου Γά­ζης, πού μνη­μο­νεύ­ει ὅ­σι­ος Νι­κό­δη­μος ες τό “Πη­δά­λι­ον”, σέ ὑ­πο­ση­μεί­ω­ση στόν ξε´ κα­νό­να τς Πεν­θέ­κτης Συ­νό­δου, ὅ­τι ὁ τς Πα­ρα­μο­νῆς “εἶ­ναι ες τύ­πον το βα­πτί­σμα­τος το ᾿Ι­ω­άν­νου… δι­ά τοῦ­το καί γί­νε­ται τα­πει­νά” καί τν Φώ­των ὅ­τι “εἶ­ναι ες τύ­πον το βα­πτί­σμα­τος το Κυ­ρί­ου… δι­ά τού­του καί γί­νε­ται με­τά παρ­ρη­σί­ας καί πα­ρα­πομ­πῆς” εἶ­ναι μί­α εὐ­σε­βής ἐ­ξή­γη­ση, χω­ρίς ὅ­μως κα­νέ­να ἱ­στο­ρι­κό ἤ λει­τουρ­γι­κό ἔ­ρει­σμα.
Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α ὅ­τι ἡ ᾿Εκ­κλη­σί­α μας ἀ­πό τό­τε πού κα­θι­έ­ρω­σε τήν τέ­λε­ση το Α­γι­α­σμοῦ, σέ ἀ­νά­μνη­ση τς Βα­πτί­σε­ως το Κυ­ρί­ου μας στόν ᾿Ι­ορ­δά­νη πο­τα­μό, συ­νέ­στη­σε κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο, μι­ά ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βει­α στό ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό. ᾿Α­κό­μη καί προ­έ­λευ­ση καί σχέ­ση τς ἀ­κο­λου­θί­ας μέ τήν εὐ­λο­γί­α το ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος το­πο­θέ­τη­σε «ἱ­ε­ραρ­χι­κά», κα­τά τά­ξη θά λέ­γα­με, τό Με­γά­λο Α­γι­α­σμό ὕ­στε­ρα ἀ­πό τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Στόν Κώ­δι­κα 978 το Σι­νᾶ ἀ­να­φέ­ρε­ται «δεύ­τε­ρον τς Α­γί­ας Κοι­νω­νί­ας» καί ση­μει­ώ­νε­ται ἀ­κό­μη ὅ­τι δι­νό­ταν σάν βο­η­θη­τι­κό μέ­σο σ’ αὐ­τούς πού εἶ­χαν κά­ποι­ο ἐμ­πό­δι­ο καί δέν μπο­ροῦ­σαν νά ἔ­χουν συμ­με­το­χή στό Μυ­στή­ρι­ο τς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας.
Η ὑ­πέρ­με­τρη αὐ­τή εὐ­λά­βει­α στό Με­γά­λο Α­γι­α­σμό εἶ­χε σάν ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά δη­μι­ουρ­γη­θοῦν πολ­λές ὑ­περ­βο­λές πού δυ­στυ­χῶς ἔ­φθα­σαν μέ­χρι τίς ἡ­μέ­ρες μας. Καί εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι πολ­λές ἀ­π’­αὐ­τές δέν ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται, ὅ­πως φαί­νε­ται, στά πράγ­μα­τα.
Η ἴ­δι­α ᾿Α­κο­λου­θί­α, ὅ­πως ση­μει­ώ­σα­με, κά­νει λό­γο γι­ά δι­αρ­κή χρή­ση το ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ καί συ­νι­στᾶ νά τό ἔ­χου­με πρός «πᾶ­σαν ὠ­φέ­λει­αν ἐ­πι­τή­δει­ον» (­«᾿Ε­φη­μέ­ρι­ος» ἔ­τους 1969, σελ. 59 κ..­).
Χρει­ά­ζε­ται πολ­λή προ­σο­χή ἀ­πό τούς πνευ­μα­τι­κούς Πα­τέ­ρες σύ­στα­ση πού κά­νουν σέ με­ρι­κούς· «Νά κοι­νω­νή­σεις μέ Με­γά­λο Α­γι­α­σμό», χω­ρίς προ­η­γου­μέ­νως νά ἐ­ξη­γή­σουν μέ λε­πτο­μέ­ρει­α τή σω­στή χρή­ση καί τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ. Τί­πο­τε δέν μπο­ρεῖ νά ἀν­τι­κα­τα­στή­σει τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, πού εἶ­ναι ἴ­δι­ος ὁ Χρι­στός μας, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει μέ κά­θε θυ­σί­α καί κα­τάλ­λη­λη προ­ε­τοι­μα­σί­α νά προ­σερ­χό­με­θα γι­ά νά ἑ­νω­θοῦ­με μα­ζί Του.
Οὔ­τε εἶ­ναι σω­στή σύ­στα­ση νά ζη­τοῦν ο πι­στοί νά λά­βουν Με­γά­λο Α­γι­α­σμό τήν ὥ­ρα πού Λει­τουρ­γός ἱ­ε­ρεύς με­τα­δί­δει ἀ­πό τήν ὡ­ραί­α Πύ­λη τή Θεί­α Με­τά­λη­ψη καί ἰ­δι­αί­τε­ρα στίς «με­γά­λες μέ­ρες» πού προ­σέ­λευ­ση στή Θεί­α Κοι­νω­νί­α γί­νε­ται σχε­δόν ἀ­πό τό σύ­νο­λο τν πι­στῶν ἐ­νο­ρι­τῶν.
Με­ρι­κοί μι­λοῦν γι­ά ἐ­πι­στρο­φή το ἁ­γι­ά­σμα­τος στό Να­ό, ν δέν χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ τήν ἡ­μέ­ρα τν Θε­ο­φα­νί­ων. Αὐ­τό εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξο, κι ὅ­ταν λέ­γε­ται ἀ­κό­μη καί ἀ­πό μορ­φω­μέ­νους ἱ­ε­ρεῖς, πού ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἔ­χουν με­λε­τή­σει τό θέ­μα καί χει­ρί­ζον­ται μέ ὑ­πευ­θυ­νό­τη­τα τά ἁ­γι­α­στι­κά μέ­σα τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό «ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται» πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί σκο­πός το Α­γι­α­σμοῦ μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα πολ­λοί πι­στοί νά στε­ροῦν­ται ἀ­πό τίς πολ­λές καί χρή­σι­μες ἰ­δι­ό­τη­τες το ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ, πού ὠ­φε­λεῖ μέ πολ­λούς τρό­πους τήν πνευ­μα­τι­κή μας ζω­ή καί μς βο­η­θά­ει νά πο­λε­μή­σου­με τίς δι­α­βο­λι­κές ἐ­νέρ­γει­ες.
Ο­πως ἀ­να­φέ­ρα­με, Α­γι­α­σμός πού γί­νε­ται τήν πα­ρα­μο­νή καί αὐ­τός πού γί­νε­ται τήν ἡ­μέ­ρα τν Θε­ο­φα­νί­ων, εἶ­ναι ἴ­δι­ος καί μπο­ροῦ­με νά τόν πά­ρου­με καί νά πι­οῦ­με νη­στι­κοί κα­τά τή συ­νή­θει­α πού ἐ­πε­κρά­τη­σε χω­ρίς κα­μι­ά ἰ­δι­αί­τε­ρη νη­στεί­α νω­ρί­τε­ρα. 
Η νη­στεί­α πού κά­νου­με τήν πα­ρα­μο­νή τς Ε­ορ­τῆς, δέν ἔ­χει κα­μι­ά σχέ­ση μέ τή με­τά­λη­ψη το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ. Η νη­στεί­α τς πα­ρα­μο­νῆς εἶ­ναι «κα­τά­λοι­πο» τς προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κῆς νη­στεί­ας πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἡ­με­ρῶν πού γι­νό­ταν γι­ά τόν ἑ­ορ­τα­σμό τν τρι­ῶν με­γά­λων ἑ­ορ­τῶν πού ᾿Εκ­κλη­σί­α μας εἶ­χε τήν 6η ᾿Ι­α­νου­α­ρί­ου· Γέν­νη­ση, Πε­ρι­το­μή καί Βά­πτι­ση το Κυ­ρί­ου. Ο­ταν Γέν­νη­ση με­τα­φέρ­θη­κε νά ἑ­ορ­τά­ζε­ται στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κή νη­στεί­α ἔ­γι­νε 40 ἡ­μέ­ρες πρίν ἀ­πό τά Χρι­στού­γεν­να καί γι­ά τά Θε­ο­φά­νι­α λό­γῳ το δω­δε­κα­η­μέ­ρου ἔ­μει­νε μό­νο μι­ά ἡ­μέ­ρα νη­στεί­ας, πα­ρα­μο­νή 5 ᾿Ι­α­νου­α­ρί­ου.
Πολ­λοί ἀ­πό τούς ἀρ­χαί­ους κώ­δι­κες κά­νουν λό­γο γι­ά με­τά­λη­ψη το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ πρό το ἀν­τι­δώ­ρου.
Η σύγ­χρο­νη πρά­ξη τν Μο­νῶν το Α­γί­ου Ο­ρους, πού κρα­τοῦν μέ πολ­λή προ­σο­χή τίς πα­ρα­δό­σεις, ἔ­χει τήν ἑ­ξῆς σει­ρά· Θεί­α Κοι­νω­νί­α, ᾿Αν­τί­δω­ρον, Α­γι­α­σμός, κό­λυ­βο. ᾿Α­κό­μη καί γι­ά λό­γους πρα­κτι­κούς σή­με­ρα συ­νι­στᾶ­ται πρῶ­τα νά παίρ­νου­με τό ἀν­τί­δω­ρο ἀ­πό τό χέ­ρι το Λει­τουρ­γοῦ ἱ­ε­ρέ­α καί στή συ­νέ­χει­α νά με­τα­βαί­νου­με στόν τό­πο πού ὑ­πάρ­χει τό ἁ­γί­α­σμα γι­ά νά με­τα­λά­βου­με ἀ­π’ αὐ­τό καί νά πά­ρου­με καί γι­ά τό σπί­τι μας.
Ο Α­γι­α­σμός, πού κα­θι­ε­ρώ­θη­κε νά γί­νε­ται τήν πα­ρα­μο­νή καί τήν ἡ­μέ­ρα τς ἑ­ορ­τῆς τν Θε­ο­φα­νί­ων, ὀ­νο­μά­σθη­κε Με­γά­λος Α­γι­α­σμός σέ σύγ­κρι­ση μέ τόν ἄλ­λο ῾Α­γι­α­σμό πού γί­νε­ται σέ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἡ­μέ­ρα το χρό­νου καί λέ­γε­ται Μι­κρός Α­γι­α­σμός.
Η ᾿Εκ­κλη­σί­α πο­λύ νω­ρίς βρέ­θη­κε στήν ἀ­νάγ­κη νά δη­μι­ουρ­γή­σει ἑ­ορ­τές, ἀ­κο­λου­θί­ες καί ἄλ­λες πα­ρό­μοι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις, γι­ά νά μπο­ρέ­σει νά «ξε­κό­ψει» κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο τά εἰ­δω­λο­λα­τρι­κά ἔ­θι­μα ἀ­πό τή ζω­ή τν πι­στῶν της.
Ετ­σι συ­νέ­βη καί μέ τή δη­μι­ουρ­γί­α καί κα­θι­έ­ρω­ση το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ, γι­ά τόν ὁ­ποῖ­ο τί­πο­τα δέν γνω­ρί­ζου­με, γι­ά τό πό­τε ἀ­κρι­βῶς «εἰ­σῆλ­θε» στή ζω­ή τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας. Ο Βαλ­σα­μών, πού σχο­λι­ά­ζει τόν ΞΕ´ Κα­νό­να τς ν Τρού­λῳ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου ἀ­να­φέ­ρει τά ἑ­ξῆς· «Η τς νου­μη­νί­ας (ἀρ­χή το σε­λη­νι­α­κοῦ μη­νός) ἑ­ορ­τή, πρό ἀ­μνη­μο­νεύ­των χρό­νων, ἐ­σχό­λα­σε καί ἀν­τί ταύ­της, Θε­οῦ χά­ρι­τι, ἱ­λα­στή­ρι­οι εὐ­χαί πρός Θε­όν καί ἁ­γι­α­σμοί ἐ­π’ ᾿Εκ­κλη­σί­ας πα­ρά το πι­στοῦ λα­οῦ γί­νον­ται κα­θ’ ἑ­κά­στην ἀρ­χι­μη­νί­αν καί ὕ­δα­σιν εὐ­λο­γί­α, οκ ἀν­τι­λο­γί­ας, χρι­ό­με­θα».
Ο Κ. Καλ­λί­νι­κος στό βι­βλί­ο του «Ο Χρι­στι­α­νι­κός Να­ός καί τά τε­λού­με­να ν αὐ­τῷ» (Εκ­δο­σις Β´, 1958, σελ. 581) γρά­φει σχε­τι­κά· «Ο μη­νι­αῖ­οι ἁ­γι­α­σμοί δέν εἶ­ναι μέν σύγ­χρο­νοι τν Χρυ­σο­στό­μου, ᾿Ε­πι­φα­νί­ου, Θε­ο­δω­ρή­του καί Σω­φρο­νί­ου, πλήν δέν εἶ­ναι καί με­τα­γε­νέ­στε­ροι το 8ου αἰ­ῶ­νος, ἐμ­πε­δο­θέν­τες ἐν τ ᾿Εκ­κλη­σί­ᾳ καί ς ἀν­τί­με­τρον καί ἀν­τι­σή­κω­μα εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν θα­λασ­σί­ων ραν­τι­σμῶν καί ἁ­γνι­σμῶν, κα­θ’ ν ὤ­φει­λεν ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός δι­ά το αὐ­τοῦ ὅ­πλου νά ἀν­τε­πε­ξέλ­θῃ».
Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό θε­ω­ρεῖ­ται σκό­πι­μο ν’ ἀ­να­φερ­θεῖ ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μαρ­τυ­ρί­α κα­τά τήν ὁ­ποί­αν Μι­κρός Α­γι­α­σμός γι­νό­ταν καί στό Πα­λά­τι τς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως πα­ρου­σί­ᾳ τν Βα­σι­λέ­ων καί γι­νό­ταν στήν ἀρ­χή κά­θε μῆ­να ἐ­κτός το ᾿Ι­α­νου­α­ρί­ου καί Σε­πτεμ­βρί­ου, ἐ­πει­δή ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ο γι­ορ­τές τν Θε­ο­φα­νί­ων καί τς Υ­ψώ­σε­ως το Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ.
Ετ­σι ἐ­ξη­γεῖ­ται καί μνη­μό­νευ­ση πού ὑ­πάρ­χει στήν εὐ­χή γι­ά τούς πι­στούς βα­σι­λεῖς καί ἀ­κό­μη τό τρο­πά­ρι­ο «Σῶ­σον Κύ­ρι­ε τόν λα­όν Σου… νί­κας τος βα­σι­λεύ­σιν κα­τά βαρ­βά­ρων δω­ρού­με­νος» καί ψάλ­λε­ται ὅ­ταν «κα­τα­δύ­ε­ται» στό νε­ρό Τί­μι­ος Σταυ­ρός (Θρη­σκ. ᾿Εγ­κυ­κλ. τό­μος Α´, σελ. 142 κ..­).

Η ᾿Α­κο­λου­θί­α το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ δέν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μέ τό βά­πτι­σμα το Κυ­ρί­ου, ὅ­πως εἶ­ναι ᾿Α­κο­λου­θί­α το Α­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος, οὔ­τε γί­νε­ται σέ ἀ­νά­μνη­ση ἐ­κεί­νου, ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­κο­λου­θί­α το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ. Ε­χει ἕ­ναν ξε­χω­ρι­στό χα­ρα­κτῆ­ρα καί δι­α­φο­ρε­τι­κό σκο­πό.
Κα­θα­γι­ά­ζε­ται τό νε­ρό γι­ά νά χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ ἀ­πό τούς πι­στούς γι­ά τόν ἁ­γι­α­σμό καί τήν ψυ­χι­κή καί σω­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α καί γι­ά εὐ­λο­γί­α «τν οἴ­κων καί τν ἔρ­γων τν χει­ρῶν των», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά δι­α­τυ­πώ­νε­ται στίς αἰ­τή­σεις τν εἰ­ρη­νι­κῶν καί στίς εὐ­χές τς ὅ­λης ἀ­κο­λου­θί­ας το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ (᾿Α­παν­τή­σεις ες λει­τουρ­γι­κάς ἀ­πο­ρί­ας, ᾿Ι. Φουν­τού­λη, σελ. 74).
Εὔ­κο­λα τώ­ρα μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με ὅ­τι δι­α­φο­ρά στήν οὐ­σί­α με­τα­ξύ το Με­γά­λου καί το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ δέν ὑ­πάρ­χει. Δι­α­φέ­ρουν μό­νο στό χρό­νο πού κα­θι­ε­ρώ­θη­κε στή ζω­ή τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας, στήν ᾿Α­κο­λου­θί­α καί στίς μέ­ρες πού γί­νον­ται. Ο με­γά­λος ἁ­γι­α­σμός γί­νε­ται στίς ἑ­ορ­τές τν Θε­ο­φα­νεί­ων καί μι­κρός κά­θε πρω­το­μη­νι­ά καί ὁ­πό­τε ἡ ἀ­νάγ­κη τν πι­στῶν τό ζη­τή­σει.
«Μι­κρός, κα­θώς νε­ώ­τε­ρός του κα­τά τήν ἡ­λι­κί­αν καί βρα­χύ­τε­ρός του κα­τά τήν ἔ­κτα­σιν. Μι­κρός δι­ό­τι ,τι ἐ­κεῖ­νος ἐ­παγ­γέλ­λε­ται ἐν με­γά­λῳ βαθ­μῷ ἅ­παξ το Ε­τους, τοῦ­το οὗ­τος ἔρ­χε­ται νά ἐκ­ζη­τή­σῃ πα­ρά Θε­οῦ ες βαθ­μόν μι­κρό­τε­ρον ν οἱ­ᾳ­δή­τι­νι ἡ­μέ­ρα καί ὥ­ρα το ἐ­νι­αυ­τοῦ…» (Κ. Καλ­λί­νι­κος, σελ. 580).
Καί θά τε­λει­ώ­σω τή μι­κρή αὐ­τή με­λέ­τη, πε­ρί το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ καί τή χρή­ση του, μέ τά σχε­τι­κά πού γρά­φει ἀρ­χι­μαν­δρί­της-ἱ­ε­ρο­κή­ρυξ Χρι­στό­φο­ρος Κα­λύ­βας, στό βι­βλί­ο του «᾿Α­δελ­φι­κά γράμ­μα­τα» (κδ. 1962, σελ. 257)·
«Ο Α­γι­α­σμός εἶ­ναι Α­γι­α­σμός, εἴ­τε δί­δε­ται τήν πα­ρα­μο­νή τν Φώ­των, εἴ­τε τήν ἴ­δι­α ἡ­μέ­ρα εἴ­τε γί­νε­ται στό σπί­τι. Δέν ἔ­χει δι­α­φο­ρά ἁ­γι­α­σμός ὁ Μι­κρός ἀ­πό τόν Με­γά­λο. Λέ­γε­ται Μι­κρός Με­γά­λος, ἐ­πει­δή ο εὐ­χές εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρες με­γα­λύ­τε­ρες, ἐ­πει­δή πα­ρα­τεί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο λι­γό­τε­ρο σχε­τι­κή ἀ­κο­λου­θί­α. Θε­α­μα­τι­κά εἶ­ναι αὐ­τά. Δέ ση­μαί­νουν οὐ­σί­α προ­κει­μέ­νου πε­ρί το ἁ­γι­α­σμοῦ το κα­θα­ροῦ νε­ροῦ πού βρί­σκε­ται στή λε­κά­νη. Μήν κρα­τοῦ­με τό λα­ό μας στό σκο­τά­δι, στήν πλά­νη. Τό ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρά­κι το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ δι­α­τη­ρεῖ­ται χρό­νι­α, πως καί τό νεράκι το Μεγάλου λεγομένου Αγιασμο».