Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Μεγάλος Αγιασμός (Αλήθεια και πλάνες)

Η Βάπτισις του Κυρίου

Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α ὅ­τι ὅ­που ὑ­πάρ­χει πνευ­μα­τι­κή ὠ­φέ­λει­α, ἐ­κεῖ πολ­λές φο­ρές ἐ­πι­κρα­τεῖ συ­σκό­τι­ση καί κυ­κλο­φο­ροῦν δι­α­φο­ρε­τι­κές ἐ­ξη­γή­σεις καί ἀν­τι­λή­ψεις ο ὁ­ποῖ­ες δυ­σκο­λεύ­ουν τούς Χρι­στι­α­νούς νά ἐ­πω­φε­λη­θοῦν ὅ­σο πρέ­πει καί ται­ρι­ά­ζει τίς ἁ­γι­α­στι­κές πρά­ξεις τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας.
Γι’ αὐ­τό θε­ω­ροῦ­με σκό­πι­μο ἀ­πό τίς στῆ­λες το μι­κροῦ αὐ­τοῦ ἐ­νο­ρι­α­κοῦ ἐν­τύ­που νά δοῦ­με μέ συν­το­μί­α τήν πε­ρί­πτω­ση το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ, ὅ­πως μς τήν δι­α­σώ­ζει γρα­πτή πα­ρά­δο­ση τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας.
Καί πρῶ­τα – πρῶ­τα· Τί εἶ­ναι Α­γι­α­σμός;
Γρά­φει κα­θη­γη­τής το Πα­νε­πι­στη­μί­ου ᾿Α­θη­νῶν κ. Εὐ­άγ­γε­λος Θε­ο­δώ­ρου στό πε­ρι­ο­δι­κό «᾿Ε­φη­μέ­ρι­ος» το ἔ­τους 1965, σελ. 10 κ..· «Α­γι­α­σμός τν ὑ­δά­των εἶ­ναι τε­λε­τουρ­γι­κή πρᾶ­ξις, δι­ά τς ὁ­ποί­ας ὕ­δωρ κα­θα­γι­ά­ζε­ται δι’ ὡ­ρι­σμέ­νων εὐ­χῶν καί ἐ­πι­κλή­σε­ως τς ἐ­πι­φοι­τή­σε­ως το Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ς καί δι­ά σταυ­ρο­ει­δοῦς εὐ­λο­γί­ας καί ἐμ­βα­πτί­σε­ως το Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ. Η τε­λε­τή αὕ­τη λέ­γε­ται «Α­γι­α­σμός» ἀ­κρι­βῶς δι­ό­τι δι­ά το ηὐ­λο­γη­μέ­νου ὕ­δα­τος καί «τς τού­του με­τα­λή­ψε­ώς τε και ραν­τι­σμοῦ» πι­στεύ­ο­μεν, ὅ­τι ἁ­γι­α­ζό­με­θα καί κα­θα­ρι­ζό­με­θα τν ἁ­μαρ­τι­ῶν. Δι­ά τοῦ­το «δε­ό­με­θα το Θε­οῦ», ὅ­πως τό ἀ­γι­α­ζό­με­νον ὕ­δωρ γέ­νη­ται ἰ­α­μα­τι­κόν ψυ­χῶν καί σω­μά­των καί πά­σης ἀν­τι­κει­μέ­νης δυ­νά­με­ως ἀ­πο­τρε­πτι­κόν
Η χρη­σι­μο­ποί­η­ση ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ συ­ναν­τᾶ­ται σέ πο­λύ πα­λαι­ούς χρό­νους τς ζω­ῆς τν χρι­στι­α­νῶν.
᾿Α­πό ἀρ­χαί­ους ἐκ­κλη­σι­α­στι­κούς ἱ­στο­ρι­κούς, ὅ­πως εἶ­ναι ᾿Ε­πι­φά­νι­ος, Θε­ο­δώ­ρη­τος κ.., ἀ­να­φέ­ρον­ται θαύ­μα­τα πού ἔ­γι­ναν μέ τό ραν­τι­σμό ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ, πού ἁ­γι­ά­στη­κε μό­νο μέ τή σφρά­γι­ση δι­ά το τύ­που το Σταυ­ροῦ καί τς ἐ­πί­κλη­σης το Αγ. Πνεύ­μα­τος.
Ο κα­θη­γη­τής Παν. Τρεμ­πέ­λας, στόν Α´ τό­μο τς Θρη­σκευ­τι­κῆς καί Χρι­στι­α­νι­κῆς ᾿Εγ­κυ­κλο­παί­δει­ας (᾿Α­θῆ­ναι 1936, σελ. 136) γρά­φει σχε­τι­κά· «Η χρῆ­σις ὕ­δα­τος ἐ­πί σκο­ποῦ ἰ­ά­σε­ως ἀ­σθε­νῶν ἤ κα­θα­γι­α­σμοῦ τό­πων βε­βη­λω­μέ­νων δι­ά τς ν αὐ­τοῖς ἀ­νε­γέρ­σε­ως εἰ­δω­λεί­ων βω­μῶν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν, το ὁ­ποί­ου ὅ­μως ὁ ἁ­γι­α­σμός ἐ­γί­νε­το οὐ­χί δι’ ἰ­δι­αι­τέ­ρας τι­νός ἀ­κο­λου­θί­ας, ἀλ­λά μό­νον δι­ά τς ἁ­πλῆς σφρα­γί­σε­ως αὐ­τοῦ δι­ά το τύ­που το Σταυ­ροῦ, ἀ­νά­γε­ται ες χρό­νους πα­λαι­ο­τά­τους».
Ετ­σι πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι τό ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πό τήν ᾿Εκ­κλη­σί­α σέ πο­λύ πα­λαι­ούς χρό­νους καί μέ τήν πά­ρο­δο το χρό­νου δι­α­μορ­φώ­θη­καν ο ἰ­δι­αί­τε­ρες ἀ­κο­λου­θί­ες πού ἔ­χου­με μέ­χρι σή­με­ρα.
Ο ἀ­κο­λου­θί­ες τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας πού «κα­θα­γι­ά­ζουν τά ὕ­δα­τα» εἶ­ναι τρες· Τό Βά­πτι­σμα, Με­γά­λος Α­γι­α­σμός καί Μι­κρός.
Μαρ­τυ­ρί­α γι­ά τό Με­γά­λο Α­γι­α­σμό μς δί­νει Α­γι­ος ᾿Ι­ω­άν­νης Χρυ­σό­στο­μος πού σέ μι­ά ὁ­μι­λί­α του, πού ἔ­κα­νε στό ἅ­γι­ο Βά­πτι­σμα το Κυ­ρί­ου, κά­νει λό­γο καί γι­ά τούς πι­στούς τς ἐ­πο­χῆς του, πού εἶ­χαν τή συ­νή­θει­α νά κρα­τοῦν καί νά φυ­λά­γουν τό Με­γά­λο Α­γι­α­σμό στά σπί­τι­α τους. Ο κα­θη­γη­τής το Πα­νε­πι­στη­μί­ου κ. ᾿Ι­ω­άν­νης Φουν­τού­λης γρά­φει σχε­τι­κά στήν ὑ­π’ ἀ­ριθμ. 79 ἀ­πάν­τη­σή του στό βι­βλί­ο του (᾿Α­παν­τή­σεις ες Λει­τουρ­γι­κάς ἀ­πο­ρί­ας, σελ. 142-143)· «Ο ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος στό λό­γο του ὁ­μι­λεῖ γι­ά τή συ­νή­θει­α τν πι­στῶν νά ἀν­τλοῦν ἀ­πό τό ἁ­γι­α­ζό­με­νο κα­τά τήν ἑ­ορ­τή αὐ­τή νε­ρό καί νά τό δι­α­τη­ροῦν στά σπί­τι­α των κα­θ’ ὅ­λη τή δι­άρ­κει­α το ἔ­τους καί ἐ­πί δύ­ο καί τρί­α ἀ­κό­μη ἔ­τη. ᾿Α­σφα­λῶς σκο­πός τους ἦ­ταν νά πί­νουν ἀ­πό αὐ­τό νά χρί­ων­ται καί νά ἁ­γι­ά­ζων­ται ἄν κα­τά τή δι­άρ­κει­α το ἔ­τους εὑ­ρί­σκον­το σέ ψυ­χι­κή σέ σω­μα­τι­κή ἀ­νάγ­κη».
Η ἀ­κο­λου­θί­α το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ ἐ­κτός ἀ­πό τά εἰ­ρη­νι­κά της, πού πε­ρι­έ­χουν σχε­τι­κές αἰ­τή­σεις μέ τή θε­ρα­πεί­α τν ψυ­χι­κῶν καί τν σω­μα­τι­κῶν ἀ­σθε­νει­ῶν τν πι­στῶν ὅ­πως εἶ­ναι· «Υ­πέρ το γε­νέ­σθαι τό ὕ­δωρ τοῦ­το… ες ἴ­α­σιν ψυ­χῆς καί σώ­μα­τος… καί ὑ­πέρ το γε­νέ­σθαι αὐ­τό πρός κα­θα­ρι­σμόν ψυ­χῶν καί σω­μά­των…­», ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στή δι­α­τή­ρη­σή του ς ἰ­α­τρεῖ­ον πα­θῶν· «Αὐ­τός, ον, φι­λάν­θρω­πε βα­σι­λεῦ, πά­ρε­σο καί νν δι­ά τς ἐ­πι­φοι­τή­σε­ως το Α­γί­ου σου Πνεύ­μα­τος, καί ἁ­γί­α­σον τό ὕ­δωρ τοῦ­το καί δός αὐ­τῷ τήν χά­ριν τς ἀ­πο­λυ­τρώ­σε­ως, τήν εὐ­λο­γί­αν το ᾿Ι­ορ­δά­νου. Ποί­η­σον αὐ­τό ἀ­φθαρ­σί­ας πη­γήν, ἁ­γι­α­σμοῦ δῶ­ρον, ἁ­μαρ­τη­μά­των λυ­τή­ρι­ον, νο­ση­μά­των ἀ­λε­ξι­τή­ρι­ον, δαί­μο­σιν ὀ­λέ­θρι­ον, τας ἐ­ναν­τί­αις δυ­νά­με­σιν ἀ­πρό­σι­τον, ἀγ­γε­λι­κῆς ἰ­σχύ­ος πε­πλη­ρω­μέ­νον. Ι­να πάν­τες ο ἀ­ρυ­ό­με­νοι καί με­τα­λαμ­βά­νον­τες ‘‘ἔ­χοι­εν αὐ­τό πρός κα­θα­ρι­σμόν ψυ­χῶν τε καί σω­μά­τω­ν’’ πρός ἰ­α­τρεί­αν πα­θῶν, πρός ἁ­γι­α­σμόν οἴ­κων, πρός πᾶ­σαν ὠ­φέ­λει­αν, ἐ­πι­τή­δει­ον…­».
Η ἀ­κο­λου­θί­α το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ τν Θε­ο­φα­νί­ων ἐ­πε­κρά­τη­σε σχε­δόν ἀ­πό τόν Ε´ αἰ­ῶ­να νά γί­νε­ται δύ­ο φο­ρές. Τήν πα­ρα­μο­νή τς ἑ­ορ­τῆς με­τά τό τέ­λος τς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας το με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου καί τήν ἡ­μέ­ρα τς ἑ­ορ­τῆς με­τά τήν ἀ­πό­λυ­ση το ὄρ­θρου, σύμ­φω­να μέ τά μυ­στη­ρι­α­κά τυ­πι­κά με­τά τό τέ­λος τς Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας κα­τά τήν ἐ­νο­ρι­α­κή πρά­ξη τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας σή­με­ρα.
᾿Αρ­χι­κά Με­γά­λος Α­γι­α­σμός γι­νό­ταν σέ ἀ­νά­μνη­ση το Βα­πτί­σμα­τος το Κυ­ρί­ου στή δι­άρ­κει­α τς με­γά­λης παν­νυ­χί­δας (ὁ­λο­νυ­κτί­ας) τς ἑ­ορ­τῆς τν Θε­ο­φα­νί­ων. Με­τά ἀ­πό τήν ἀ­κο­λου­θί­α το Ορ­θρου ἐ­τε­λεῖ­το ἡ ἀ­κο­λου­θί­α το Α­γι­α­σμοῦ καί ο πι­στοί «ἀν­τλοῦ­σαν» ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό, ἔ­πι­ναν καί «ἐρ­ραν­τί­ζον­το» καί ἔ­πει­τα, σ’­αὐ­τό τό νε­ρό, τό ἁ­γι­α­σμέ­νο μέ τίς εὐ­χές τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας, ἐ­βα­πτί­ζον­το ο κα­τη­χού­με­νοι. Στή λει­τουρ­γί­α πού ἀ­κο­λου­θοῦ­σε στή συ­νέ­χει­α, ἦ­σαν καί ο νε­ο­φώ­τι­στοι, πού γι­ά πρώ­τη φο­ρά ἔ­παιρ­ναν μέ­ρος, γι’ αὐ­τό καί μέ­χρι σή­με­ρα ψάλ­λε­ται σ’ αὐ­τή ἀν­τί το τρι­σα­γί­ου ὕ­μνου, τό «Ο­σοι ες Χρι­στόν ἐ­βα­πτί­σθη­τε…­».
Στήν οὐ­σί­α, Με­γά­λος Α­γι­α­σμός ξε­κί­νη­σε ἀ­πό τό εὐ­λο­γη­μέ­νο νε­ρό το ἱ­ε­ροῦ Βα­πτί­σμα­τος. Καί αὐ­τό φαί­νε­ται κα­θα­ρά ἀ­πό τή σύγ­κρι­ση καί ὁ­μοι­ό­τη­τα πού πα­ρου­σι­ά­ζουν ο δύ­ο ἀ­κο­λου­θί­ες, το Βα­πτί­σμα­τος καί το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ, μέ­χρι σή­με­ρα.
 Ο ἱ­ε­ρός Αὐ­γου­στῖ­νος ση­μει­ώ­νει ὅ­τι στίς ἡ­μέ­ρες του, γο­νεῖς ἔ­φερ­ναν τά παι­δι­ά τους νά τά βα­πτί­σουν ὄ­χι γι­ά νά λά­βουν τά πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα το ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ το Βα­πτί­σμα­τος, ἀλ­λά γι­ά νά ἐ­πω­φε­λη­θοῦν ἀ­πό τίς «ἰ­α­μα­τι­κές ἰ­δι­ό­τη­τες» πού εἶ­χε τό εὐ­λο­γη­μέ­νο νε­ρό καί νά γί­νουν κα­λά ἀ­πό τίς δι­ά­φο­ρες σω­μα­τι­κές τους ἀ­σθέ­νει­ες. Σέ μι­ά του ἐ­πι­στο­λή, ἴ­δι­ος πα­τήρ, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι δύ­ο πρό­σω­πα κα­τά τήν ὥ­ρα το Βα­πτί­σμα­τος ἔ­γι­ναν κα­λά ἀ­πό ἀ­νί­α­τες ἀρ­ρώ­στει­ες. (Βλέ­πε καί Θρη­σκευ­τι­κή καί ᾿Η­θι­κή ᾿Εγ­κυ­κλο­παί­δει­α, τό­μος Α´ σελ. 225).
Ετ­σι πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι πο­λύ γρή­γο­ρα σχη­μα­τί­σθη­κε πε­ποί­θη­ση στούς πι­στούς χρι­στι­α­νούς ὅ­τι τό ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό το Βα­πτί­σμα­τος ἦ­ταν χρή­σι­μο καί γι­ά τούς βα­πτι­σμέ­νους πι­στούς προ­κει­μέ­νου νά τό ἔ­χουν σάν φάρ­μα­κο στά σπί­τι­α τους, γι­ά με­τά­λη­ψη καί ραν­τι­σμό.
Γι­ά λό­γους πρα­κτι­κούς καί γι­ά νά μήν ἐμ­πο­δί­ζον­ται ο λει­τουρ­γοί ἱ­ε­ρεῖς στό βά­πτι­σμα τν πολ­λῶν κα­τη­χου­μέ­νων ἀ­πό τήν προ­σέ­λευ­ση τν πι­στῶν πρός ἄν­τλη­ση ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ, κα­θι­ε­ρώ­θη­κε τε­λε­τή τς ἀ­κο­λου­θί­ας το Α­γι­α­σμοῦ νά γί­νε­ται δύ­ο φο­ρές. Τήν πα­ρα­μο­νή στήν παν­νυ­χί­δα καί τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα τς Ε­ορ­τῆς.
Με­τά τήν ἐ­πι­κρά­τη­ση το νη­πι­ο­βα­πτι­σμοῦ (ΣΤ´ αἰ­ώ­νας) καί τήν τέ­λε­ση το Βα­πτί­σμα­τος σέ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἡ­μέ­ρα το ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ χρό­νου, Με­γά­λος Α­γι­α­σμός ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά γί­νε­ται δύ­ο φο­ρές μέ­χρι τίς ἡ­μέ­ρες μας, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά το ἑ­νός ῾Α­γι­α­σμοῦ τς πα­ρα­μο­νῆς καί το ἄλ­λου τς ἑ­ορ­τῆς, 5 καί 6 ᾿Ι­α­νου­α­ρί­ου.
Η ἀ­κο­λου­θί­α το με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ εἶ­ναι μί­α καί αὐ­τή, εἴ­τε τε­λεῖ­ται τήν πα­ρα­μο­νή, εἴ­τε τήν ἡ­μέ­ρα τς ἑ­ορ­τῆς τν Θε­ο­φα­νί­ων.
Ο κα­θη­γη­τής ᾿Ι. Φουν­τού­λης, ση­μει­ώ­νει στήν ὑ­π’ ἀ­ριθμ. 208 ἀ­πάν­τη­σή του· «Καί ὅ­πως ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α εἶ­ναι μί­α καί αὐ­τή εἴ­τε τε­λεῖ­ται τό Πά­σχα, τά Χρι­στού­γεν­να, τήν Κυ­ρι­α­κή, ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα το ἔ­τους καί κοι­νω­νῶν κοι­νω­νεῖ πάν­το­τε Σῶ­μα καί Αἷ­μα Χρι­στοῦ, ἔτ­σι καί στήν ἀ­κο­λου­θί­α το με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ με­τα­βάλ­λε­ται δι­ά τς ἐ­πι­φοι­τή­σε­ως το Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος τό εὐ­λο­γού­με­νο ὕ­δωρ σέ Μέ­γαν Α­γι­α­σμό, σέ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πό τίς δύ­ο ἡ­μέ­ρες τε­λε­σθεῖ ἀ­κο­λου­θί­α. Η δι­πλή τέ­λε­σις τς ἀ­κο­λου­θί­ας προ­ῆλ­θε ἀ­πό κα­θα­ρῶς πρα­κτι­κούς λό­γους, γι­ά τήν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση τν πι­στῶν».
Πολ­λοί κα­τά δι­α­στή­μα­τα προ­σπά­θη­σαν νά δώ­σουν δι­ά­φο­ρες ἐ­ξη­γή­σεις καί συμ­βο­λι­σμούς στίς δύ­ο ἀ­κο­λου­θί­ες καί ἴ­σως ἀ­π’ αὐ­τό νά προ­ῆλ­θε σύγ­χυ­ση πού ἐ­πι­κρα­τεῖ σή­με­ρα καί θέ­λει νά ξε­χω­ρί­σει τόν ἕ­ναν ῾Α­γι­α­σμό ἀ­πό τόν ἄλ­λο.
Ο ἴ­δι­ος κα­θη­γη­τής γρά­φει στή συ­νέ­χει­α τήν ἀ­πάν­τη­ση: «…Καί Καμ­πα­νί­ας Θε­ό­φι­λος στό “Τα­μεῖ­ον ᾿Ορ­θο­δο­ξί­ας” προ­σπα­θεῖ νά δώ­σει μί­α ἑρ­μη­νεί­α στήν δι­πλή τέ­λε­σι· αὐ­τός ἐ­πι­κα­λεῖ­ται πρα­κτι­κούς λό­γους, τό “Φώ­τι­σμα” δη­λα­δή τν “οἴ­κων, χώ­ρων, μαν­δρῶν καί παν­τός ἐ­κτός καί ἐν­τός οἰ­κή­μα­τος ἀν­θρώ­πων καί θρεμ­μά­των”, πού ἐ­γέ­νε­το ἀ­πό τούς ἱ­ε­ρεῖς κα­τά τήν πα­ρα­μο­νή “ν γάρ τ τν Θε­ο­φα­νί­ων, ἡ­μέ­ρᾳ δε­σπο­τι­κῇ, ο πρέ­πον τούς ἱ­ε­ρεῖς πε­ρι­ά­γειν καί τούς ἄλ­λους ἐ­νο­χλεῖν». Οὔ­τε κν περ­νᾶ σκέ­ψις σ’ ὅ­λους τούς ἀ­νω­τέ­ρω, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κα­μί­α δι­α­φο­ρά με­τα­ξύ τς μι­ᾶς καί τς ἄλ­λης ἁ­γι­ά­σε­ως το ὕ­δα­τος
Ο­σο γι­ά τήν ἑρ­μη­νεί­α το Πα­ϊ­σί­ου Γά­ζης, πού μνη­μο­νεύ­ει ὅ­σι­ος Νι­κό­δη­μος ες τό “Πη­δά­λι­ον”, σέ ὑ­πο­ση­μεί­ω­ση στόν ξε´ κα­νό­να τς Πεν­θέ­κτης Συ­νό­δου, ὅ­τι ὁ τς Πα­ρα­μο­νῆς “εἶ­ναι ες τύ­πον το βα­πτί­σμα­τος το ᾿Ι­ω­άν­νου… δι­ά τοῦ­το καί γί­νε­ται τα­πει­νά” καί τν Φώ­των ὅ­τι “εἶ­ναι ες τύ­πον το βα­πτί­σμα­τος το Κυ­ρί­ου… δι­ά τού­του καί γί­νε­ται με­τά παρ­ρη­σί­ας καί πα­ρα­πομ­πῆς” εἶ­ναι μί­α εὐ­σε­βής ἐ­ξή­γη­ση, χω­ρίς ὅ­μως κα­νέ­να ἱ­στο­ρι­κό ἤ λει­τουρ­γι­κό ἔ­ρει­σμα.
Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α ὅ­τι ἡ ᾿Εκ­κλη­σί­α μας ἀ­πό τό­τε πού κα­θι­έ­ρω­σε τήν τέ­λε­ση το Α­γι­α­σμοῦ, σέ ἀ­νά­μνη­ση τς Βα­πτί­σε­ως το Κυ­ρί­ου μας στόν ᾿Ι­ορ­δά­νη πο­τα­μό, συ­νέ­στη­σε κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο, μι­ά ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βει­α στό ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό. ᾿Α­κό­μη καί προ­έ­λευ­ση καί σχέ­ση τς ἀ­κο­λου­θί­ας μέ τήν εὐ­λο­γί­α το ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος το­πο­θέ­τη­σε «ἱ­ε­ραρ­χι­κά», κα­τά τά­ξη θά λέ­γα­με, τό Με­γά­λο Α­γι­α­σμό ὕ­στε­ρα ἀ­πό τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Στόν Κώ­δι­κα 978 το Σι­νᾶ ἀ­να­φέ­ρε­ται «δεύ­τε­ρον τς Α­γί­ας Κοι­νω­νί­ας» καί ση­μει­ώ­νε­ται ἀ­κό­μη ὅ­τι δι­νό­ταν σάν βο­η­θη­τι­κό μέ­σο σ’ αὐ­τούς πού εἶ­χαν κά­ποι­ο ἐμ­πό­δι­ο καί δέν μπο­ροῦ­σαν νά ἔ­χουν συμ­με­το­χή στό Μυ­στή­ρι­ο τς Θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας.
Η ὑ­πέρ­με­τρη αὐ­τή εὐ­λά­βει­α στό Με­γά­λο Α­γι­α­σμό εἶ­χε σάν ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά δη­μι­ουρ­γη­θοῦν πολ­λές ὑ­περ­βο­λές πού δυ­στυ­χῶς ἔ­φθα­σαν μέ­χρι τίς ἡ­μέ­ρες μας. Καί εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι πολ­λές ἀ­π’­αὐ­τές δέν ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται, ὅ­πως φαί­νε­ται, στά πράγ­μα­τα.
Η ἴ­δι­α ᾿Α­κο­λου­θί­α, ὅ­πως ση­μει­ώ­σα­με, κά­νει λό­γο γι­ά δι­αρ­κή χρή­ση το ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ καί συ­νι­στᾶ νά τό ἔ­χου­με πρός «πᾶ­σαν ὠ­φέ­λει­αν ἐ­πι­τή­δει­ον» (­«᾿Ε­φη­μέ­ρι­ος» ἔ­τους 1969, σελ. 59 κ..­).
Χρει­ά­ζε­ται πολ­λή προ­σο­χή ἀ­πό τούς πνευ­μα­τι­κούς Πα­τέ­ρες σύ­στα­ση πού κά­νουν σέ με­ρι­κούς· «Νά κοι­νω­νή­σεις μέ Με­γά­λο Α­γι­α­σμό», χω­ρίς προ­η­γου­μέ­νως νά ἐ­ξη­γή­σουν μέ λε­πτο­μέ­ρει­α τή σω­στή χρή­ση καί τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ. Τί­πο­τε δέν μπο­ρεῖ νά ἀν­τι­κα­τα­στή­σει τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α, πού εἶ­ναι ἴ­δι­ος ὁ Χρι­στός μας, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει μέ κά­θε θυ­σί­α καί κα­τάλ­λη­λη προ­ε­τοι­μα­σί­α νά προ­σερ­χό­με­θα γι­ά νά ἑ­νω­θοῦ­με μα­ζί Του.
Οὔ­τε εἶ­ναι σω­στή σύ­στα­ση νά ζη­τοῦν ο πι­στοί νά λά­βουν Με­γά­λο Α­γι­α­σμό τήν ὥ­ρα πού Λει­τουρ­γός ἱ­ε­ρεύς με­τα­δί­δει ἀ­πό τήν ὡ­ραί­α Πύ­λη τή Θεί­α Με­τά­λη­ψη καί ἰ­δι­αί­τε­ρα στίς «με­γά­λες μέ­ρες» πού προ­σέ­λευ­ση στή Θεί­α Κοι­νω­νί­α γί­νε­ται σχε­δόν ἀ­πό τό σύ­νο­λο τν πι­στῶν ἐ­νο­ρι­τῶν.
Με­ρι­κοί μι­λοῦν γι­ά ἐ­πι­στρο­φή το ἁ­γι­ά­σμα­τος στό Να­ό, ν δέν χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ τήν ἡ­μέ­ρα τν Θε­ο­φα­νί­ων. Αὐ­τό εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξο, κι ὅ­ταν λέ­γε­ται ἀ­κό­μη καί ἀ­πό μορ­φω­μέ­νους ἱ­ε­ρεῖς, πού ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἔ­χουν με­λε­τή­σει τό θέ­μα καί χει­ρί­ζον­ται μέ ὑ­πευ­θυ­νό­τη­τα τά ἁ­γι­α­στι­κά μέ­σα τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας μας. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό «ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται» πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί σκο­πός το Α­γι­α­σμοῦ μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα πολ­λοί πι­στοί νά στε­ροῦν­ται ἀ­πό τίς πολ­λές καί χρή­σι­μες ἰ­δι­ό­τη­τες το ἁ­γι­α­σμέ­νου νε­ροῦ, πού ὠ­φε­λεῖ μέ πολ­λούς τρό­πους τήν πνευ­μα­τι­κή μας ζω­ή καί μς βο­η­θά­ει νά πο­λε­μή­σου­με τίς δι­α­βο­λι­κές ἐ­νέρ­γει­ες.
Ο­πως ἀ­να­φέ­ρα­με, Α­γι­α­σμός πού γί­νε­ται τήν πα­ρα­μο­νή καί αὐ­τός πού γί­νε­ται τήν ἡ­μέ­ρα τν Θε­ο­φα­νί­ων, εἶ­ναι ἴ­δι­ος καί μπο­ροῦ­με νά τόν πά­ρου­με καί νά πι­οῦ­με νη­στι­κοί κα­τά τή συ­νή­θει­α πού ἐ­πε­κρά­τη­σε χω­ρίς κα­μι­ά ἰ­δι­αί­τε­ρη νη­στεί­α νω­ρί­τε­ρα. 
Η νη­στεί­α πού κά­νου­με τήν πα­ρα­μο­νή τς Ε­ορ­τῆς, δέν ἔ­χει κα­μι­ά σχέ­ση μέ τή με­τά­λη­ψη το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ. Η νη­στεί­α τς πα­ρα­μο­νῆς εἶ­ναι «κα­τά­λοι­πο» τς προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κῆς νη­στεί­ας πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἡ­με­ρῶν πού γι­νό­ταν γι­ά τόν ἑ­ορ­τα­σμό τν τρι­ῶν με­γά­λων ἑ­ορ­τῶν πού ᾿Εκ­κλη­σί­α μας εἶ­χε τήν 6η ᾿Ι­α­νου­α­ρί­ου· Γέν­νη­ση, Πε­ρι­το­μή καί Βά­πτι­ση το Κυ­ρί­ου. Ο­ταν Γέν­νη­ση με­τα­φέρ­θη­κε νά ἑ­ορ­τά­ζε­ται στίς 25 Δε­κεμ­βρί­ου προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κή νη­στεί­α ἔ­γι­νε 40 ἡ­μέ­ρες πρίν ἀ­πό τά Χρι­στού­γεν­να καί γι­ά τά Θε­ο­φά­νι­α λό­γῳ το δω­δε­κα­η­μέ­ρου ἔ­μει­νε μό­νο μι­ά ἡ­μέ­ρα νη­στεί­ας, πα­ρα­μο­νή 5 ᾿Ι­α­νου­α­ρί­ου.
Πολ­λοί ἀ­πό τούς ἀρ­χαί­ους κώ­δι­κες κά­νουν λό­γο γι­ά με­τά­λη­ψη το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ πρό το ἀν­τι­δώ­ρου.
Η σύγ­χρο­νη πρά­ξη τν Μο­νῶν το Α­γί­ου Ο­ρους, πού κρα­τοῦν μέ πολ­λή προ­σο­χή τίς πα­ρα­δό­σεις, ἔ­χει τήν ἑ­ξῆς σει­ρά· Θεί­α Κοι­νω­νί­α, ᾿Αν­τί­δω­ρον, Α­γι­α­σμός, κό­λυ­βο. ᾿Α­κό­μη καί γι­ά λό­γους πρα­κτι­κούς σή­με­ρα συ­νι­στᾶ­ται πρῶ­τα νά παίρ­νου­με τό ἀν­τί­δω­ρο ἀ­πό τό χέ­ρι το Λει­τουρ­γοῦ ἱ­ε­ρέ­α καί στή συ­νέ­χει­α νά με­τα­βαί­νου­με στόν τό­πο πού ὑ­πάρ­χει τό ἁ­γί­α­σμα γι­ά νά με­τα­λά­βου­με ἀ­π’ αὐ­τό καί νά πά­ρου­με καί γι­ά τό σπί­τι μας.
Ο Α­γι­α­σμός, πού κα­θι­ε­ρώ­θη­κε νά γί­νε­ται τήν πα­ρα­μο­νή καί τήν ἡ­μέ­ρα τς ἑ­ορ­τῆς τν Θε­ο­φα­νί­ων, ὀ­νο­μά­σθη­κε Με­γά­λος Α­γι­α­σμός σέ σύγ­κρι­ση μέ τόν ἄλ­λο ῾Α­γι­α­σμό πού γί­νε­ται σέ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἡ­μέ­ρα το χρό­νου καί λέ­γε­ται Μι­κρός Α­γι­α­σμός.
Η ᾿Εκ­κλη­σί­α πο­λύ νω­ρίς βρέ­θη­κε στήν ἀ­νάγ­κη νά δη­μι­ουρ­γή­σει ἑ­ορ­τές, ἀ­κο­λου­θί­ες καί ἄλ­λες πα­ρό­μοι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις, γι­ά νά μπο­ρέ­σει νά «ξε­κό­ψει» κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο τά εἰ­δω­λο­λα­τρι­κά ἔ­θι­μα ἀ­πό τή ζω­ή τν πι­στῶν της.
Ετ­σι συ­νέ­βη καί μέ τή δη­μι­ουρ­γί­α καί κα­θι­έ­ρω­ση το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ, γι­ά τόν ὁ­ποῖ­ο τί­πο­τα δέν γνω­ρί­ζου­με, γι­ά τό πό­τε ἀ­κρι­βῶς «εἰ­σῆλ­θε» στή ζω­ή τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας. Ο Βαλ­σα­μών, πού σχο­λι­ά­ζει τόν ΞΕ´ Κα­νό­να τς ν Τρού­λῳ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου ἀ­να­φέ­ρει τά ἑ­ξῆς· «Η τς νου­μη­νί­ας (ἀρ­χή το σε­λη­νι­α­κοῦ μη­νός) ἑ­ορ­τή, πρό ἀ­μνη­μο­νεύ­των χρό­νων, ἐ­σχό­λα­σε καί ἀν­τί ταύ­της, Θε­οῦ χά­ρι­τι, ἱ­λα­στή­ρι­οι εὐ­χαί πρός Θε­όν καί ἁ­γι­α­σμοί ἐ­π’ ᾿Εκ­κλη­σί­ας πα­ρά το πι­στοῦ λα­οῦ γί­νον­ται κα­θ’ ἑ­κά­στην ἀρ­χι­μη­νί­αν καί ὕ­δα­σιν εὐ­λο­γί­α, οκ ἀν­τι­λο­γί­ας, χρι­ό­με­θα».
Ο Κ. Καλ­λί­νι­κος στό βι­βλί­ο του «Ο Χρι­στι­α­νι­κός Να­ός καί τά τε­λού­με­να ν αὐ­τῷ» (Εκ­δο­σις Β´, 1958, σελ. 581) γρά­φει σχε­τι­κά· «Ο μη­νι­αῖ­οι ἁ­γι­α­σμοί δέν εἶ­ναι μέν σύγ­χρο­νοι τν Χρυ­σο­στό­μου, ᾿Ε­πι­φα­νί­ου, Θε­ο­δω­ρή­του καί Σω­φρο­νί­ου, πλήν δέν εἶ­ναι καί με­τα­γε­νέ­στε­ροι το 8ου αἰ­ῶ­νος, ἐμ­πε­δο­θέν­τες ἐν τ ᾿Εκ­κλη­σί­ᾳ καί ς ἀν­τί­με­τρον καί ἀν­τι­σή­κω­μα εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν θα­λασ­σί­ων ραν­τι­σμῶν καί ἁ­γνι­σμῶν, κα­θ’ ν ὤ­φει­λεν ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός δι­ά το αὐ­τοῦ ὅ­πλου νά ἀν­τε­πε­ξέλ­θῃ».
Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό θε­ω­ρεῖ­ται σκό­πι­μο ν’ ἀ­να­φερ­θεῖ ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μαρ­τυ­ρί­α κα­τά τήν ὁ­ποί­αν Μι­κρός Α­γι­α­σμός γι­νό­ταν καί στό Πα­λά­τι τς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως πα­ρου­σί­ᾳ τν Βα­σι­λέ­ων καί γι­νό­ταν στήν ἀρ­χή κά­θε μῆ­να ἐ­κτός το ᾿Ι­α­νου­α­ρί­ου καί Σε­πτεμ­βρί­ου, ἐ­πει­δή ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ο γι­ορ­τές τν Θε­ο­φα­νί­ων καί τς Υ­ψώ­σε­ως το Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ.
Ετ­σι ἐ­ξη­γεῖ­ται καί μνη­μό­νευ­ση πού ὑ­πάρ­χει στήν εὐ­χή γι­ά τούς πι­στούς βα­σι­λεῖς καί ἀ­κό­μη τό τρο­πά­ρι­ο «Σῶ­σον Κύ­ρι­ε τόν λα­όν Σου… νί­κας τος βα­σι­λεύ­σιν κα­τά βαρ­βά­ρων δω­ρού­με­νος» καί ψάλ­λε­ται ὅ­ταν «κα­τα­δύ­ε­ται» στό νε­ρό Τί­μι­ος Σταυ­ρός (Θρη­σκ. ᾿Εγ­κυ­κλ. τό­μος Α´, σελ. 142 κ..­).

Η ᾿Α­κο­λου­θί­α το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ δέν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μέ τό βά­πτι­σμα το Κυ­ρί­ου, ὅ­πως εἶ­ναι ᾿Α­κο­λου­θί­α το Α­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος, οὔ­τε γί­νε­ται σέ ἀ­νά­μνη­ση ἐ­κεί­νου, ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­κο­λου­θί­α το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ. Ε­χει ἕ­ναν ξε­χω­ρι­στό χα­ρα­κτῆ­ρα καί δι­α­φο­ρε­τι­κό σκο­πό.
Κα­θα­γι­ά­ζε­ται τό νε­ρό γι­ά νά χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ ἀ­πό τούς πι­στούς γι­ά τόν ἁ­γι­α­σμό καί τήν ψυ­χι­κή καί σω­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α καί γι­ά εὐ­λο­γί­α «τν οἴ­κων καί τν ἔρ­γων τν χει­ρῶν των», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά δι­α­τυ­πώ­νε­ται στίς αἰ­τή­σεις τν εἰ­ρη­νι­κῶν καί στίς εὐ­χές τς ὅ­λης ἀ­κο­λου­θί­ας το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ (᾿Α­παν­τή­σεις ες λει­τουρ­γι­κάς ἀ­πο­ρί­ας, ᾿Ι. Φουν­τού­λη, σελ. 74).
Εὔ­κο­λα τώ­ρα μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με ὅ­τι δι­α­φο­ρά στήν οὐ­σί­α με­τα­ξύ το Με­γά­λου καί το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ δέν ὑ­πάρ­χει. Δι­α­φέ­ρουν μό­νο στό χρό­νο πού κα­θι­ε­ρώ­θη­κε στή ζω­ή τς ᾿Εκ­κλη­σί­ας, στήν ᾿Α­κο­λου­θί­α καί στίς μέ­ρες πού γί­νον­ται. Ο με­γά­λος ἁ­γι­α­σμός γί­νε­ται στίς ἑ­ορ­τές τν Θε­ο­φα­νεί­ων καί μι­κρός κά­θε πρω­το­μη­νι­ά καί ὁ­πό­τε ἡ ἀ­νάγ­κη τν πι­στῶν τό ζη­τή­σει.
«Μι­κρός, κα­θώς νε­ώ­τε­ρός του κα­τά τήν ἡ­λι­κί­αν καί βρα­χύ­τε­ρός του κα­τά τήν ἔ­κτα­σιν. Μι­κρός δι­ό­τι ,τι ἐ­κεῖ­νος ἐ­παγ­γέλ­λε­ται ἐν με­γά­λῳ βαθ­μῷ ἅ­παξ το Ε­τους, τοῦ­το οὗ­τος ἔρ­χε­ται νά ἐκ­ζη­τή­σῃ πα­ρά Θε­οῦ ες βαθ­μόν μι­κρό­τε­ρον ν οἱ­ᾳ­δή­τι­νι ἡ­μέ­ρα καί ὥ­ρα το ἐ­νι­αυ­τοῦ…» (Κ. Καλ­λί­νι­κος, σελ. 580).
Καί θά τε­λει­ώ­σω τή μι­κρή αὐ­τή με­λέ­τη, πε­ρί το Με­γά­λου Α­γι­α­σμοῦ καί τή χρή­ση του, μέ τά σχε­τι­κά πού γρά­φει ἀρ­χι­μαν­δρί­της-ἱ­ε­ρο­κή­ρυξ Χρι­στό­φο­ρος Κα­λύ­βας, στό βι­βλί­ο του «᾿Α­δελ­φι­κά γράμ­μα­τα» (κδ. 1962, σελ. 257)·
«Ο Α­γι­α­σμός εἶ­ναι Α­γι­α­σμός, εἴ­τε δί­δε­ται τήν πα­ρα­μο­νή τν Φώ­των, εἴ­τε τήν ἴ­δι­α ἡ­μέ­ρα εἴ­τε γί­νε­ται στό σπί­τι. Δέν ἔ­χει δι­α­φο­ρά ἁ­γι­α­σμός ὁ Μι­κρός ἀ­πό τόν Με­γά­λο. Λέ­γε­ται Μι­κρός Με­γά­λος, ἐ­πει­δή ο εὐ­χές εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρες με­γα­λύ­τε­ρες, ἐ­πει­δή πα­ρα­τεί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο λι­γό­τε­ρο σχε­τι­κή ἀ­κο­λου­θί­α. Θε­α­μα­τι­κά εἶ­ναι αὐ­τά. Δέ ση­μαί­νουν οὐ­σί­α προ­κει­μέ­νου πε­ρί το ἁ­γι­α­σμοῦ το κα­θα­ροῦ νε­ροῦ πού βρί­σκε­ται στή λε­κά­νη. Μήν κρα­τοῦ­με τό λα­ό μας στό σκο­τά­δι, στήν πλά­νη. Τό ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρά­κι το Μι­κροῦ Α­γι­α­σμοῦ δι­α­τη­ρεῖ­ται χρό­νι­α, πως καί τό νεράκι το Μεγάλου λεγομένου Αγιασμο».

1 σχόλιο:

  1. Καλή χρονιά πάτερ! Να βάλετε, σας παρακαλώ, το πρόγραμμα ακολουθιών του Ιανουαρίου! (Όταν το δείτε, σβήστε το μνμ μου) Την ευχή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή