Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Φώ­της Κόν­το­γλου - Καρ­δί­α συν­τε­τριμ­μέ­νη



Ἐχ­τές, πα­ρα­μο­νὴ τῆς Πρω­το­χρο­νι­ᾶς, ἤ­μου­να ξα­πλω­μέ­νος στὸ κου­βού­κλι μας πε­ρα­σμέ­να τὰ με­σά­νυχ­τα, καὶ συλ­λο­γι­ζό­μου­να.
Εἶ­χα δου­λέ­ψει νυχ­τέ­ρι γι­ὰ νὰ τε­λει­ώ­σω μί­α Πα­να­γί­α Γλυ­κο­φι­λού­σα, καὶ δί­πλα μου κα­θό­τα­νε ἡ γυ­ναί­κα μου κ᾿ ἔ­πλε­κε. Ὅ­πο­τε δου­λεύ­ω, βρί­σκου­μαι σὲ με­γά­λη κα­τά­νυ­ξη, καὶ ψέλ­νω δι­ά­φο­ρα τρο­πά­ρι­α. Σι­γο­ψελ­να λοι­πὸν ἐ­κεῖ ποὺ ζω­γρά­φι­ζα τὴν Πα­να­γί­α, κ᾿ ἡ Μα­ρί­α ἔ­ψελ­νε καὶ κεί­νη μα­ζί μου μὲ τὴ γλυ­κει­ὰ φω­νή της. Βλο­γη­μέ­νη γυ­ναί­κα μου ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός, ἂς εἶ­ναι δο­ξα­σμέ­νο τ ὄ­νο­μά του γι­ὰ ὅ­λα τὰ μυ­στή­ρι­α τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας του. Τὸν εὐ­χα­ρι­στῶ γι­ὰ ὅ­σα μου ἔ­δω­σε, καὶ πρὼτ ἀπ᾿ ὅ­λα γι­ὰ τὴν ἁ­πλὴ τὴ Μα­ρί­α, ποὺ μου τὴ δώ­ρη­σε συν­τρο­φι­ὰ στὴ ζω­ή μου, ψυ­χὴ θρη­σκευ­τι­κή, ἕ­να δρο­σε­ρὸ πο­τα­μά­κι ποὺ γλυ­κο­μουρ­μου­ρί­ζει μέ­ρα-νύχ­τα δί­πλα σ᾿ ἕ­να πα­λι­ὸν κα­στρό­τοι­χο. Τὸ κρου­στα­λέ­νι­ο νε­ρό του δὲν θο­λώ­νει μὲ τὰ χρό­νι­α, ἀλ­λὰ γί­νε­ται κι ὁ­λο­έ­να πι­ὸ κα­θα­ρὸ καὶ πι­ὸ γλυ­κό­λα­λο: «Κα­λό­τυ­χος ὁ ἄν­δρας πού ᾿χει κα­λὴ γυ­ναί­κα. Ἡ κα­λὴ γυ­ναί­κα εὐ­φραί­νει τὸν ἄν­δρα της, καὶ θὰ ζή­σει εἰ­ρη­νε­μέ­να τὰ χρό­νι­α της ζω­ῆς του. Κα­λὴ γυ­ναί­κα, κο­ρῶ­να στὸ κε­φά­λι τοῦ ἀν­δρός της. Ἡ ἐ­μορ­φι­ὰ τῆς κα­λῆς γυ­ναί­κας φεγ­γο­βο­λᾶ μέ­σα στὸ σπί­τι σὰν τὸν ἥ­λι­ο ποὺ βγαί­νει καὶ λάμ­πει ὁ κό­σμος». Τέ­τοι­α γυ­ναί­κα μου χά­ρι­σε κι ἐ­μέ­να ὁ Κύ­ρι­ος.
Ἡ ἐ­μορ­φι­ὰ δὲν τὴν πε­ρη­φά­νε­ψε, ἴ­σι­α-ἴ­σι­α ἡ τα­πεί­νω­ση τὴν πλή­θυ­νε, κι ὁ φό­βος τοῦ Θε­οῦ τὴν εὐ­ω­δί­α­σε. Ἀ­νά­με­σα στὶς ἔ­μορ­φες ξε­χώ­ρι­σε, γι­α­τί ἡ ἀ­κα­τα­δε­ξι­ὰ δὲν θάμ­πω­σε τὸ κρού­σταλ­λό της, κι ἡ πο­νη­ρί­α δὲν λέ­ρω­σε τὸ σιν­τέ­φι τῆς ψυ­χῆς της. Κον­τά μου κά­θε­ται καὶ μὲ συν­τρο­φεύ­ει, ἥ­με­ρος ἄν­θρω­πος. Μα­ρί­α ἡ ἁ­πλή! Ἐ­κεί­νη πλέ­κει εἴ­τε ρά­βει, κι ἐ­γὼ δου­λεύ­ω τὴν ἁ­γι­α­σμέ­νη τέ­χνη μου καὶ φι­λο­τε­χνῶ εἰ­κο­νί­σμα­τα ποὺ τὰ προ­σκυ­νᾶ ὁ κό­σμος. Τί χά­ρη μᾶς ἔ­δω­σε ὁ Παν­το­δύ­να­μος, ποὺ τὴν ἔ­χου­νε λι­γο­στοὶ ἄν­θρω­ποι, «ὅ­τι ἐ­πέ­βλε­ψεν ἐ­πὶ τὴν τα­πεί­νω­σιν τῶν δού­λων αὐ­τοῦ». Τὸ κα­λύ­βι μᾶς εἶ­ναι φτω­χὸ στὰ μά­τι­α τοῦ κό­σμου, καὶ μο­λο­ταύ­τα στ᾿ ἀ­λη­θι­νὰ εἶ­ναι χρυ­σο­πλο­κώ­τα­τος πύρ­γος κι ἡ­λι­ο­στά­λαχ­τος θρό­νος, γι­α­τί μέ­σα του σκή­νω­σε ἡ πί­στη κι ἡ εὐ­λά­βει­α. Κι ἐ­μεῖς ποὺ κα­θό­μα­στε μέ­σα, εἴ­μα­στε οἱ πι­ὸ φτω­χοὶ ἀ­πὸ τοὺς φτω­χούς, πλὴν μᾶς πλου­τί­ζει μὲ τὰ πλού­τη τοῦ Ἐ­κεῖ­νος, ποὺ εἶ­πε: «πλού­σι­οι ἐ­πτώ­χευ­σαν καὶ ἐ­πεί­να­σαν, οἱ δὲ ἐκ­ζη­τοῦν­τες τὸν Κύ­ρι­ον οὐκ᾿ ἐ­λατ­τω­θή­σον­ται παν­τὸς ἀ­γα­θοῦ».
Ἀ­φοῦ λοι­πὸν τε­λεί­ω­σα τὴ δου­λει­ά μου κα­τὰ τὰ με­σά­νυχ­τα, ξά­πλω­σα στὸ μεν­τέ­ρι μου, κ᾿ ἡ Μα­ρί­α ξά­πλω­σε καὶ κεί­νη κον­τά μου καὶ σκε­πά­σθη­κε καὶ τὴν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος. Ἐ­πί­α­σα νὰ συλ­λο­γί­ζου­μαι τὸν κό­σμο. Συλ­λο­γί­σθη­κα πρῶ­τα τὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ τοὺς δι­κούς μου, τὴ γυ­ναί­κα μου καὶ τὸ παι­δί μου. Γύ­ρι­σα καὶ κοί­τα­ξα τὴ Μα­ρί­α ποὺ ἤ­τα­νε κου­κου­λω­μέ­νη καὶ δὲν φαι­νό­ταν ἂν εἶ­ναι ἄν­θρω­πος ἀ­πο­κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκέ­πα­σμα. Κι εἶ­πα: Ποι­ὸς μᾶς συλ­λο­γί­ζε­ται; Οἱ ἄν­θρω­ποι λέ­νε λό­γι­α πολ­λά, μὰ δὲν πι­στεύ­ου­νε σὲ τί­πο­τα, γὶ αὐ­τὸ εἶ­πε ὁ Δαυ­ίδ: «πᾶς ἄν­θρω­πος ψεύ­στης». Γύ­ρι­σα καὶ κοί­τα­ξα τὸ φτω­χι­κό μας, ποὺ ναὶ σὰν ξωκ­κλή­σι, στο­λι­σμέ­νο μὲ εἰ­κο­νί­σμα­τα καὶ μὲ ἁ­γι­ω­τι­κὰ βι­βλί­α, χω­μέ­να ἀ­νά­με­σα στ᾿ ἀρ­χον­τό­σπι­τα τῆς Βα­βυ­λω­νί­ας, κρυμ­μέ­νο, σὰν τὸν φτω­χὸ ποὺ ντρέ­πε­ται μὴ τὸν δεῖ ὁ κό­σμος. Ἡ καρ­δι­ά μου ζε­στά­θη­κε, κρυμ­μέ­νη καὶ κεί­νη μέ­σα μου. Ἔ­νοι­ω­σα πῶς ἤ­μου­να χω­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸν κό­σμο κι οἱ λο­γι­σμοί μου πῶς ἤ­τα­νε καὶ κεῖ­νοι κρυμ­μέ­νοι πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­τα­πέ­τα­σμα ποὺ χώ­ρι­ζε τὸν κό­σμο ἀ­πὸ μέ­να, καὶ πῶς ἄλ­λος ἥ­λι­ος κι ἄλ­λο φεγ­γά­ρι φω­τί­ζα­νε τὸν δι­κό μας τὸν κό­σμο. Κι ἀν­τὶ νὰ πι­κρα­θῶ, εὐ­φράν­θη­κε ἡ ψυ­χή μου πῶς μ᾿ ἔ­χου­νε ξε­χα­σμέ­νον, κ᾿ ἡ χα­ρὰ ἡ μυ­στι­κή, ποὺ τὴν νοι­ώ­θου­νε ὅ­σοι εἶ­ναι πα­ρα­πε­τα­μέ­νοι, ἄ­να­ψε μέ­σα μου ἥ­συ­χα κι εἰ­ρη­νι­κά, κ᾿ ἡ πα­ρη­γο­ρι­ὰ μὲ γλύ­κα­νε σὰν μπάλ­σα­μο, ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ τὸ πα­ρά­πο­νο. Καὶ φχα­ρί­στη­σα Ἐ­κεῖ­νον, ποὺ κά­νει τέ­τοι­α μυ­στή­ρι­α στὸν ἄν­θρω­πο καὶ ποὺ κά­νει πλού­σι­ους τους φτω­χούς, χα­ρού­με­νους τους θλιμ­μέ­νους, ποὺ δί­νει μυ­στι­κὴ συν­τρο­φι­ὰ στοὺς ξε­μο­να­χι­α­σμέ­νους, καὶ ποὺ με­θᾶ μὲ τὸ κρα­σὶ τῆς τρά­πε­ζάς Του ὅ­σους βά­λα­νε τὴν ἐλ­πί­δα τους σὲ Κεῖ­νον. Ἂν δὲν ἤ­μου­να φτω­χὸς καὶ ξευ­τε­λι­σμέ­νος, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­ξι­ω­θῶ τού­τη τὴν πο­νε­μέ­νη χα­ρά, γι­α­τί δὲν ξα­γο­ρά­ζε­ται μὲ τί­πο­τα ἄλ­λο, πα­ρεχ­τὸς μὲ τὴν συν­τρι­βὴ τῆς καρ­δι­ᾶς, κα­τὰ τὸν Δαυ­ὶδ ποὺ λέ­γει: «Κύ­ρι­ε, ἐν θλί­ψει ἐ­πλά­τυ­νας μέ». Ἐ­πει­δή, ὅ­ποι­ος δὲν πό­νε­σε καὶ δὲν τα­πει­νώ­θη­κε, δὲν παίρ­νει ἔ­λε­ος. Ἔτ­σι τὰ θέ­λη­σε ἡ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη σο­φί­α Του. Μὰ οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν τὰ νοι­ώ­θου­νε αὐ­τά, γι­α­τί δὲν θέ­λου­νε νὰ πο­νέ­σουν καὶ νὰ τα­πει­νω­θοῦ­νε, ὥ­στε νὰ νοι­ώ­σου­νε κά­τι πα­ρα­πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν κα­λο­πέ­ρα­ση τοῦ κορ­μι­οῦ κι ἀ­πὸ τὰ μά­ται­α πά­θη τους.
Ὁ­λο­έ­να, χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βω, ἀ­νε­βαί­να­νε τὰ δά­κρυ­α στὰ μά­τι­α μου, δά­κρυ­α γι­ὰ τὸν κό­σμο καὶ δά­κρυ­α γι­ὰ μέ­να. Δά­κρυ­α γι­ὰ τὸν κό­σμο, γι­α­τί γυ­ρεύ­ει νὰ βρεῖ τὴ χα­ρὰ ἐ­κεῖ ποὺ δὲν βρί­σκε­ται καὶ δά­κρυ­α γι­ὰ μέ­να, γι­α­τί πολ­λὲς φο­ρὲς δει­λί­α­σα τὴ φτώ­χει­α καὶ τοὺς ἄλ­λους πει­ρα­σμούς, καὶ δι­καί­ω­σα τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἐ­νῶ τώ­ρα ἐ­νοί­ω­σα πῶς δὲν παίρ­νει ὁ ἄν­θρω­πος με­γά­λο χά­ρι­σμα, χω­ρὶς νὰ πε­ρά­σει με­γά­λον πει­ρα­σμό. Κι ἀν­τρει­εύ­τη­κα κα­τὰ τὸ πνεῦ­μα, κ᾿ ἐ­νοί­ω­σα πῶς δὲν φο­βᾶ­μαι τὴ φτώ­χει­α, πα­ρὰ πῶς τὴν ἀ­γα­πῶ. Καὶ κα­τά­λα­βα κα­λά, πῶς δὲν πρέ­πει ὁ ἄν­θρω­πος νὰ ἀ­γα­πή­σει ἄλ­λο τί­πο­τα ἀ­πὸ τὸν πό­νο του, γι­α­τί ἀ­πὸ τὸν πό­νο ἀ­να­βρύ­ζει ἡ ἀ­λη­θι­νὴ χα­ρὰ κ᾿ ἡ πα­ρη­γο­ρι­ά, κ᾿ ἐ­κεῖ βρί­σκουν­ται οἱ πη­γὲς τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ζω­ῆς. Ἀ­λη­θι­νά, ἡ φτώ­χει­α εἶ­ναι φο­βε­ρὸ θη­ρί­ο. Ὅ­ποι­ος τὸ νι­κή­σει, ὅ­μως, καὶ φτά­ξει νὰ μὴν τὸ φο­βᾶ­ται, θὰ βρεῖ με­γά­λα πλού­τη μέ­σα του. Τού­τη τὴν ἀ­φο­βι­ὰ τὴ δί­νει ὁ Κύ­ρι­ος ἅ­μα τα­πει­νω­θεῖ ὁ ἄν­θρω­πος. Σ᾿ αὐ­τὸν τὸν πό­λε­μο ποὺ ἡ ἀν­τρεί­α λέ­γε­ται τα­πεί­νω­ση, καὶ τὰ βρα­βεῖ­α εἶ­ναι κα­τα­φρό­νε­ση καὶ ξευ­τε­λι­σμός, δὲν βα­στᾶ­νε οἱ ἀν­τρεῖ­οι του κό­σμου. Ὅ­ποι­ος δὲν πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὴ φω­τι­ὰ τῆς δο­κι­μῆς, δὲν ἐ­νοί­ω­σε ἀ­λη­θι­νὰ τί εἶ­ναι ἡ ζω­ή, καὶ γι­α­τί ὁ Χρι­στὸς εἶ­πε: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἡ ζω­ή», καὶ γι­α­τί εἶ­πε «Μα­κά­ρι­οι οἱ πι­κρα­μέ­νοι, γι­α­τί αὐ­τοὶ θὰ πα­ρη­γο­ρη­θοῦ­νε». Ὅ­ποι­ος δὲν ἀ­πελ­πί­στη­κε ἀ­πὸ ὅ­λα, δὲν τρέ­χει κον­τὰ στὸν Θε­ό, γι­α­τί λο­γα­ρι­ά­ζει πῶς ὑ­πάρ­χου­νε κι ἄλ­λοι προ­στά­τες γὶ αὐ­τόν, πα­ρεχ­τὸς τοῦ Θε­οῦ.
Κ᾿ ἐ­κεῖ ποὺ τὰ συλ­λο­γι­ζό­μου­να αὐ­τά, ἐ­νοί­ω­σα μέ­σα μου ἕ­να θάρ­ρος καὶ μί­α ἀ­φο­βι­ὰ ἀ­κό­μα πι­ὸ με­γά­λη, κ᾿ εἰ­ρή­νη μὲ πε­ρι­σκέ­πα­σε, κ᾿ εἶ­πα τὰ λό­γι­α ποὺ εἶ­πε ὁ Ἰ­ω­νὰς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ θε­ρι­ό­ψα­ρο: «Ἐ­βό­η­σα ἐν θλί­ψει μου πρὸς Κύ­ρι­ον τὸν Θε­όν μου καὶ εἰ­σή­κου­σέ μου»! «Ἀ­πὸ τὴν κοι­λι­ὰ τοῦ Ἅ­δη ἄ­κου­σες τὴν κραυ­γή μου, ἄ­κου­σες τὴ φω­νή μου. Ἄ­βυσ­σος ἄ­πα­τη μὲ ἔ­ζω­σε. Τὸ κε­φά­λι μου χώ­νε­ψε μέ­σα στὶς σκι­σμά­δες τῶν βου­νῶν, κα­τέ­βη­κα στὴ γής, ποὺ τὴν κρα­τᾶ­νε ἀμ­πά­ρες ἀ­κα­τέ­λυ­τες. Ἂς ἀ­νε­βεῖ ἡ ζω­ή μου ἀ­πὸ τὴ φθο­ρὰ πρὸς ἐ­σέ­να, Κύ­ρι­ε ὁ Θε­ός μου. Τὴν ὥ­ρα ποὺ χά­νε­ται ἡ ζω­ή μου, θυ­μή­θη­κα τὸν Κύ­ρι­ο. Ἂς ἔρ­θει ἡ προ­σευ­χή μου στὴν ἁ­γι­α­σμέ­νη ἐκ­κλη­σι­ά σου. Ὅ­σοι φυ­λά­γον­ται μά­ται­α καὶ ψεύ­τι­κα θὰ πα­ρα­τη­θοῦ­νε χω­ρὶς ἔ­λε­ος. Μὰ ἐ­γὼ θὰ σὲ φχα­ρι­στή­σω καὶ μὲ φω­νὴ αἰ­νέ­σε­ως θὰ σὲ δο­ξο­λο­γή­σω». Καὶ πά­λι δό­ξα­σα τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν φχα­ρί­στη­σα γι­α­τί μ᾿ ἔ­κα­νε ἀ­ναί­σθη­το γι­ὰ τὶς ἡ­δο­νὲς τοῦ κό­σμου, τό­σο ποὺ νὰ σι­χαί­νου­μαι ὅ­σα εἶ­ναι πο­θη­τὰ γι­ὰ τοὺς ἄλ­λους, καὶ νὰ νοι­ώ­θω πῶς εἶ­μαι κερ­δι­σμέ­νος, ὅ­πο­τε οἱ ἄλ­λοι λο­γα­ρι­ά­ζου­νε πῶς εἶ­μαι ζη­μι­ω­μέ­νος καὶ γι­α­τί πῆ­ρα δύ­να­μη ἀ­πὸ Κεῖ­νον νὰ κα­τα­φρο­νή­σω τὸν σα­τα­νᾶ, ποὺ πα­ρα­φυ­λά­γει πό­τε θὰ λι­γο­ψυ­χή­σω, κ᾿ ἔρ­χε­ται καὶ μοῦ λέ­γει: «Πέ­σε προ­σκύ­νη­σε μέ, γι­α­τί θὰ γί­νου­νε ψω­μι­ὰ αὐ­τὲς οἱ πέ­τρες ποὺ βλέ­πεις». Καὶ πά­λι ξα­νάρ­χε­ται καὶ μοῦ λέ­γει: «Ἔ, πῶς χαί­ρε­ται ὁ κό­σμος! Ἀ­κοῦς τὸν ἀ­λα­λαγ­μό, τὶς φω­νὲς ποὺ βγαί­νου­νε ἀ­πὸ τὰ πα­λά­τι­α, ὅ­που δι­α­σκε­δά­ζου­νε οἱ φτυ­χι­σμέ­νοι ὑ­πο­ταχ­τι­κοί μου, ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες; Πέ­σε προ­σκύ­νη­σε μὲ καὶ θᾶν ἁ­πλώ­σεις μο­νά­χα τὸ χέ­ρι σου νὰ τὰ πά­ρεις ὅ­λα. Ἐ­σὺ εἶ­σαι ἄν­θρω­πος τι­μη­μέ­νος γι­ὰ τὴν τέ­χνη σου γι­α­τί νὰ ὑ­πο­φέρ­νεις, σὲ και­ρὸ ποὺ αὐ­τοὶ χαί­ρουν­ται ὅ­λα τὰ κα­λὰ καὶ τ᾿ ἀ­γα­θά, μ ὅ­λο ποὺ δὲν ἔ­χου­νε τὴ δι­κή σου τὴν ἀ­ξι­ω­σύ­νη; Κοί­τα­ξε τὴ φτώ­χει­ά σου, κι ἂν δὲν λυ­πᾶ­σαι τὸν ἑ­αυ­τό σου, λυ­πή­σου τὴν κα­ϋ­μέ­νη τὴ γυ­ναί­κα σου, τὸ φτω­χὸ τὸ παι­δί σου, ποὺ ὑ­πο­φέρ­νου­νε ἀ­πὸ σέ­να! Ἄλ­λη φο­ρᾶ τὸν ἄ­κου­γα, μὲ ὅ­λο ποὺ δὲν ἔ­κα­να ὅ,τι μου λέ­γε, μὰ τώ­ρα τὸν ἄ­φη­σα νὰ λέ­γει χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­κού­ω ὁ­λό­τε­λα. Ἐ­μέ­να ὁ νοῦς μου ἤ­τα­νε σὲ κεί­νους τοὺς θλιμ­μέ­νους καὶ τοὺς βα­σα­νι­σμέ­νους, ποὺ δὲν ἔ­χου­νε ἐλ­πί­δα, καὶ σὲ κεί­νους ποὺ τρώ­γα­νε καὶ πί­να­νε κεί­νη τὴ νύχ­τα, καὶ χο­ρεύ­α­νε μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ δὲν ἔ­χου­νε ντρο­πή, καὶ σὲ κεί­νους ποὺ μα­ζεύ­ου­νε πλού­τη κι ἀ­δι­α­φό­ρε­τα πράγ­μα­τα ποὺ δὲν μπο­ροῦ­νε νὰ τ ἀ­πο­χω­ρι­στοῦ­νε σὰν σι­μώ­σει ὁ θά­να­τος, καὶ ποὺ κα­τα­γί­νουν­ται νὰ δέ­σου­νε τὸν ἑ­αυ­τό τους μὲ πι­ὸ πολ­λὰ σκοι­νι­ά, ἀν­τὶς νὰ τὰ λι­γο­στέ­ψου­νε. Ἐ­πει­δῆς οἱ δύ­στυ­χοι εἶ­ναι φτω­χοὶ ἀ­πὸ μέ­σα τους κι ἀ­δει­α­νοὶ καὶ τρε­μά­με­νοι καὶ θέ­λου­νε νὰ ζε­στα­θοῦ­νε καὶ ρί­χνου­νε ἀ­πὸ πά­νω τους ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα, σὰν τὸν θερ­μα­σμέ­νο ποὺ ρί­χνει ἀ­πά­νω του πα­πλώ­μα­τα καὶ ροῦ­χα, δί­χως νὰ ζε­στα­θεῖ. Λο­γα­ρι­ά­ζω πῶς οἱ ση­με­ρι­νοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι πι­ὸ φτω­χοὶ στὸ ἀ­πο­μέ­σα πλοῦ­τος, γι­ὰ νά ᾿χουν ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ τό­σα πολ­λὰ μά­ται­α πράγ­μα­τα. Αὐ­τὰ ποὺ λέ­νε χα­ρὲς καὶ ἡ­δο­νές, τὰ δο­κί­μα­σα κ᾿ ἐ­γὼ σὰν ἄν­θρω­πος, καὶ πί­στευ­α κ᾿ ἐ­γὼ πῶς ἤ­τα­νε στ ἀ­λή­θει­α χα­ρὰ κ᾿ εὐ­τυ­χί­α. Μὰ γλή­γο­ρα κα­τά­λα­βα πῶς ἤ­τα­νε ψευ­στι­ὲς καὶ φαν­τα­σί­ες ἀ­σύ­στα­τες, καὶ πῶς χον­τραί­νου­νε τὴν ψυ­χὴ καὶ στρα­βώ­νου­νε τὰ πνευ­μα­τι­κά της μά­τι­α καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ, καὶ γί­νε­ται κα­κι­ὰ κι ἀ­λύ­πη­τη στὸν πό­νο τ ἀ­δερ­φοῦ της, ἀ­δι­άν­τρο­πη, ἀ­κα­τά­δεχ­τη, ἄ­θε­η, θυ­μώ­τρα, αἱ­μο­βό­ρα.
Ὅ­σοι εἶ­ναι σκλά­βοι στὴν κα­λο­πέ­ρα­ση τοῦ κορ­μι­οῦ τους δὲν ἔ­χου­νε ἀ­λη­θι­νὴ χα­ρά, γι­α­τί δὲν ἔ­χου­νε εἰ­ρή­νη γι­ὰ τοῦ­το θέ­λου­νε νὰ βρί­σκουν­ται μέ­σα σὲ φουρ­τού­να καὶ νὰ ζα­λί­ζουν­ται, ὥ­στε νὰ θαρ­ροῦ­νε πῶς εἶ­ναι φτυ­χι­σμέ­νοι. Ἡ χα­ρὰ ἡ ἀ­λη­θι­νὴ εἶ­ναι μί­α θέρ­μη τῆς δι­ά­νοι­ας καὶ μί­α ἐλ­πί­δα τῆς καρ­δι­ᾶς ποὺ τὶς ἀ­ξι­ώ­νουν­ται ὅ­σοι θέ­λου­νε νὰ μὴν τοὺς ξέ­ρου­νε οἱ ἄν­θρω­ποι, γι­ὰ νὰ τοὺς ξέ­ρει ὁ Θε­ός. Γὶ αὐ­τό, Κύ­ρι­ε καὶ Θε­ὲ καὶ Πα­τέ­ρα μου, κα­λό­τυ­χος ὅ­ποι­ος ἔ­κα­νε σκα­λού­νι­α ἀ­πὸ τὴ φτώ­χει­α, κι ἀ­πὸ τὰ βά­σα­να, κι ἀ­πὸ τὴν κα­τα­φρό­νε­ση τοῦ κό­σμου, γι­ὰ ν ἀ­νε­βεῖ σὲ Σέ­να. Κα­λό­τυ­χος ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἐ­νοί­ω­σε τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀ­λη­θι­νὰ ὅ­σο γλή­γο­ρα τὸ κα­τά­λα­βε, τό­σο πι­ὸ γλή­γο­ρα θᾶν ἀ­πο­γευ­τεῖ ἀ­πὸ τὸ ψω­μὶ ποὺ θρέ­φει κι ἀ­πὸ τὸ κρα­σὶ ποὺ δυ­να­μώ­νει, ἂν ἔ­χει τὴν πί­στη του σὲ Σέ­να ἀλ­λι­ῶς θὰ γκρε­μνι­στεῖ στὸ βά­ρα­θρο τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας. Μὲ τί λό­γι­α νὰ φχα­ρι­στή­σω τὸν Κύ­ρι­ό μου, ποὺ ἤ­μου­να χα­μέ­νος καὶ μὲ χε­ρο­κρά­τη­σε, στρα­βὸς καὶ μ ἔ­κα­νε νὰ βλέ­πω; Ἐ­κεῖ­νος ἔ­στρε­ψε τὴν λύ­πη μου σὲ χα­ρά. «Δι­ήλ­θο­μεν δι­ὰ πυ­ρὸς καὶ ὕ­δα­τος, καὶ ἐ­ξή­γα­γεν ἠ­μᾶς εἰς ἀ­να­ψυ­χήν. Μα­κά­ρι­ος ἄν­θρω­πος ὁ ἐλ­πί­ζων ἒπ Αὐ­τόν»!
Ἀ­δέρ­φι­α μου, δῶ­στε προ­σο­χὴ στὰ λό­γι­ά μου! Ἔτ­σι ποὺ βλέ­πε­τε, ἔ­βλε­πα κ᾿ ἐ­γώ, καὶ θαρ­ροῦ­σα πῶς ἔ­βλε­πα μὰ τώ­ρα κα­τά­λα­βα πῶς ἤ­μου­να στρα­βὸς καὶ κου­φὸς καὶ πο­δα­γρός. Με­τὰ χα­ρᾶς δέ­χου­μαι κά­θε κα­κο­πά­θη­ση, γι­α­τί ἀλ­λι­ῶς δὲν ἀ­νοί­γου­νε τὰ μά­τι­α στὸ ἀ­λη­θι­νὸ τὸ φῶς, μή­τε τ αὐ­τι­ὰ ἀ­κοῦ­νε τὰ κα­λὰ μη­νύ­μα­τα, μή­τε τὰ πό­δι­α περ­πα­τᾶ­νε στὸ δρό­μο ποὺ πά­γει ἐ­κεῖ ὁ­πού εἶ­ναι ἡ αἰ­ώ­νι­α πο­λι­τεί­α τοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ βρί­σκου­νε εἰ­ρή­νη κι ἀ­νά­πα­ψη οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι του. Ὅ­ποι­ος δὲν κα­τα­λά­βει πῶς εἶ­ναι ἀ­προ­στά­τευ­τος κ᾿ ἔ­ρη­μος στὸν κό­σμο τοῦ­τον, δὲν θὰ τα­πει­νω­θεῖ: κι ὅ­ποι­ος δὲν τα­πει­νω­θεῖ, δὲν θὰ ἐ­λε­η­θεῖ. Ἡ λύ­πη τῆς δι­ά­νοι­άς μας σι­μώ­νει στὸν Θε­ό. Γὶ αὐ­τὸ δὲν θέ­λω καμ­μι­ὰ κα­λο­πέ­ρα­ση καρ­δι­ὰ συν­τριμ­μέ­νη.
Αὐ­τὰ κι ἄλ­λα πολ­λὰ ἀ­να­βρύ­ζα­νε ἀ­πὸ μέ­σα μου κεί­νη τὴ νύχ­τα, καὶ τὰ μά­τι­α μου τρέ­χα­νε. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί συλ­λο­γί­ζου­μαι κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος, ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μου­να τρυ­πω­μέ­νος, στὸ κου­βού­κλι μου, οὔ­τε κὰν ἡ Μα­ρί­α ποὺ κοι­μό­τα­νε δί­πλα μου κου­κου­λω­μέ­νη. Ὁ βο­ρι­ὰς ἔ­κα­νε με­γά­λη τα­ρα­χὴ ἀπ ὄ­ξω, τὰ δέν­τρα ἀ­να­στε­νά­ζα­νε, θαρ­ροῦ­σες πῶς κλαί­γα­νε καὶ πῶς πα­ρα­κα­λού­σα­νε ν ἀ­νοί­ξω νὰ μποῦ­νε μέ­σα νὰ προ­στα­τευ­τοῦ­νε. Τὸ καν­τή­λι ἔρ­ρι­χνε τὸ χρυ­σο­κέ­ρι­νο φέγ­γος τοῦ ἀ­πά­νου στὰ κο­νί­σμα­τα καὶ στ ἀ­ση­μω­μέ­νο Εὐ­αγ­γέ­λι­ο. Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός, κα­λὰ ἤ­μα­στε! Μα­κά­ρι­ος εἶ­ναι ὅ­ποι­ος εἶ­ναι ξε­χα­σμέ­νος. Ὁ κό­σμος πα­ρα­πέ­ρα γλεν­τᾶ, χο­ρεύ­ει, κά­νει ἁ­μαρ­τί­ες μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες, παί­ζει χαρ­τι­ά. Ὁ δυ­στυ­χής, γι­ορ­τά­ζει τὸν θά­να­το τοῦ κορ­μι­οῦ του, ποὺ κά­νει τό­σα γι­ὰ νὰ τὸ φχα­ρι­στή­σει. Λὲς πῶς κερ­δί­σα­νε τὴν ἀ­θα­να­σί­α, τώ­ρα ποὺ ἦρ­θε ὁ και­νού­ρι­ος χρό­νος, ἀν­τὶς νὰ κλά­ψου­νε πῶς σι­μώ­νου­νε ὁ­λο­έ­να στὸ τέ­λος αὐ­τῆς τῆς πο­νη­ρῆς ζω­ῆς. «Πά­τερ ἅ­φες αὐ­τοῖς, οὐ γὰρ οἴ­δα­σι τί ποι­ού­σι». Τί κά­νου­νε; Ποὺ πᾶ­νε; Σὲ λί­γο θὰ κα­ταν­τή­σου­νε τὰ κόκ­κα­λά τους σὰν λι­θά­ρι­α ἄ­ψυ­χα, θὰ γκρε­μνι­στοῦ­νε τὰ πα­λά­τι­α τους, θὰ σβή­σει καὶ ὅ­λη τού­τη ἡ ὀ­χλο­βο­ὴ κι ἡ φω­το­χυ­σί­α, σὰν κά­ποι­ο πράγ­μα ποὺ δὲν γί­νη­κε πο­τές. Ὢ κα­τά­δι­κοι, τί ξε­γε­λι­ό­σα­στε;
«Ἴ­να τί ἀ­γα­πᾶ­τε μα­ται­ό­τη­τα καὶ ζη­τεῖ­τε ψεῦ­δος;»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου